Showing posts with label ΤΑΞΙΔΙ. Show all posts
Showing posts with label ΤΑΞΙΔΙ. Show all posts

Friday, 17 August 2012

Διαδρομές στο Δουβλίνο

Γενέτειρα του Γέιτς, του Οσκαρ Ουάιλντ και του Σάμιουελ Μπέκετ, το Δουβλίνο έχει παραδόξως καθιερωθεί στη συνείδηση του λιγότερο «διαβασμένου» κοινού ως... ο τόπος παραγωγής της μπίρας Γκίνες. Κρίνοντας από τα πλήθη των τουριστών που τα βράδια συρρέουν στις παμπ και στα λιθόστρωτα δρομάκια του Temple Bar, στη νότια όχθη του ποταμού Λίφι, τέτοιου είδους στερεότυπα είναι μάλλον ωφέλιμα για την τοπική αγορά.

Αλλωστε η μπίρα καταναλώνεται σε εξίσου μεγάλες ποσότητες από ντόπιους και τουρίστες, ενώ η ζυθοποιία, όπου πραγματοποιούνται καθημερινές ξεναγήσεις, αποτελεί τον δημοφιλέστερο προορισμό της ιρλανδικής πρωτεύουσας. 

Πάντως, τα σημαντικότερα αξιοθέατα της πόλης εξακολουθούν να σχετίζονται με τη λογοτεχνική παράδοση και την καλλιτεχνική παραγωγή – ανάμεσά τους, το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, τα τρία τμήματα του Εθνικού Μουσείου της Ιρλανδίας και η βιβλιοθήκη του Trinity College, όπου εκτίθεται το διάσημο «Βιβλίο του Κελς», έργο Κελτών μοναχών του 9ου αιώνα. Οι φοιτητές του κολεγίου απολαμβάνουν τις σπάνιες ηλιόλουστες μέρες καθισμένοι στο γρασίδι και στα σκαλιά των κτιρίων του 18ου και 19ου αιώνα.

Άλλα εμβληματικά οικοδομήματα, όπως το νορμανδικό κάστρο, ο Καθεδρικός του Αγίου Πατρίκιου και το κτίριο του κεντρικού ταχυδρομείου, αφηγούνται την ιστορία το Δουβλίνου από την ίδρυση της αποικίας των Βίκινγκ έως τον ιρλανδικό πόλεμο της ανεξαρτησίας. Πλανόδιοι μουσικοί, μίμοι και ποιητές επιδεικνύουν το ταλέντο τους στην O’Connel Street και στην εμπορική Grafton Street, όπου βρίσκεται και το χαρακτηριστικό άγαλμα της νεαρής Molly Malone.

Ιδανικό για «αποδράσεις» από τη βουή της πόλης είναι το απέραντο Phoenix Park, στα δυτικά της πρωτεύουσας, όπου κατοικούν ο πρόεδρος της Ιρλανδικής Δημοκρατίας και... ένα κοπάδι ελεύθερων ελαφιών.

Κείμενο, φωτογραφία: Χριστίνα Σανούδου 
Copyright:www.kathimerini.gr

Tuesday, 7 August 2012

Εκεί που το πιάνο βρήκε τους μάστορές του

Σε μία από τις μεγάλες βιομηχανικές αίθουσες του παλαιού σοβιετικού εργοστασίου, άντρες και γυναίκες με στολές εργασίας και εκφράσεις απόλυτης συγκέντρωσης χτυπούν ένα ένα τα πλήκτρα πιάνων σε διάφορα σχήματα, χρώματα και στάδια κατασκευής. Θα μπορούσε να είναι σκηνή από εικαστική εγκατάσταση ή μία πρωτότυπη παράσταση μεταμοντέρνου θεάτρου. Και όμως, είναι μια εικόνα καθημερινότητας για τους 136 εργαζόμενους της Beltman pianos, στην πόλη Gabala του βόρειου Αζερμπαϊτζάν.

Ο Hans Leferink, ιδιοκτήτης της ολλανδικής εταιρείας Beltman και δισέγγονος του ιδρυτή της, Johan Beltman, δεν δίστασε ούτε για μια στιγμή όταν, το 2008, η αζερική κυβέρνηση του πρότεινε να ιδρύσει ένα εργοστάσιο πιάνων στους πρόποδες του Καυκάσου. Είχε, άλλωστε, κληθεί ακριβώς για τον ίδιο σκοπό στην Κίνα λίγα χρόνια νωρίτερα.

Κάτι παραπάνω από διευθυντής της μικρής βιομηχανίας –η οποία πλέον ανήκει στο κράτος του Αζερμπαϊτζάν–, o Hans Leferink είναι ο ιθύνων νους ενός μεγαλόπνοου σχεδίου: τη μετατροπή της επαρχιακής πόλης σε πόλο έλξης μουσικών και μουσικόφιλων από όλο τον κόσμο.

Σε στάδιο υλοποίησης βρίσκονται τόσο η σχολή κατασκευής πιάνων όσο και η συναυλιακή αίθουσα, χωρητικότητας 330 θεατών, την οποία θα εγκαινιάσει η Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια η εταιρεία συνδιοργανώνει το δημοφιλές φεστιβάλ κλασικής μουσικής της Gabala.

Η υψηλή κατανάλωση ενέργειας για την κατασκευή των μεταλλικών σκελετών είναι ένας από τους λόγους που καθιστούν ιδανική την εγκατάσταση του εργοστασίου σε μία ταχύτατα αναπτυσσόμενη χώρα με πλούσια κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Η λέξη «εργοστάσιο» είναι μάλλον παραπλανητική, αφού τα πιάνα της Beltman είναι χειροποίητα και ο χώρος θυμίζει περισσότερο εργαστήριο. Για τη στελέχωσή του, αντί να προσκαλέσει πτυχιούχους «ειδικούς» από την Ευρώπη, ο κ. Leferink αναζήτησε τους υπαλλήλους του στους δρόμους της Gabala και ανέλαβε να τους εκπαιδεύσει ο ίδιος.

«Αν η ακοή σου είναι καλή, μπορείς να μάθεις να χορδίζεις», υποστηρίζει. «Αν έχεις ταλέντο, μετά από ένα χρόνο εκπαίδευσης είσαι έτοιμος». Σήμερα, οι πρώην εργάτες και αγρότες εκπλήσσουν με την επιδεξιότητά τους, καθώς ανοίγουν τρύπες, συγκολλούν κομμάτια από ξύλο και μέταλλο, τραβούν τις λεπτές ατσάλινες χορδές και δοκιμάζουν το αποτέλεσμα, σαν να το έκαναν σε όλη τους τη ζωή.

Πεπεισμένος ότι «δεν μπορείς να φτιάξεις ένα τέλειο πιάνο αν δεν αισθάνεσαι καλά», ο διευθυντής του εργοστασίου φροντίζει για την υγεία του προσωπικού, έχοντας εισαγάγει μία σειρά καινοτομιών που ίσως αποτελούν συνηθισμένη πρακτική στις χώρες της Δ. Ευρώπης, είναι όμως ανήκουστες στο Αζερμπαϊτζάν: Ειδικός φωτισμός για ξεκούραστη εργασία, δωρεάν φαγητό, την προτροπή να παίρνουν άδεια όταν δεν έχουν διάθεση για δουλειά, ακόμα και τζαμί – αν και μόνο 12 από τους υπαλλήλους προσεύχονται συστηματικά.

Για τους ίδιους λόγους, τα πιάνα της εταιρείας δεν κατασκευάζονται από συνθετικά υλικά, η επεξεργασία των οποίων είναι καταστροφική για τους πνεύμονες. Ευτυχώς, τα αιωνόβια δέντρα, από τα οποία αποτελούνται τα ξύλινα μέρη, δεν προέρχονται από τις γειτονικές πλαγιές, που έχουν ήδη υποστεί πλήγμα από τη διάνοιξη δρόμων και την οικοδόμηση υπερπολυτελών θερέτρων στην περιοχή.

«Το ξύλο είναι ερυθρελάτη ηλικίας 150 ετών. Ερχεται από την Τουρκία, αλλά μη με ρωτήσετε ακριβώς από πού», σπεύδει να προσθέσει ο κ. Leferink, που ωστόσο επιλέγει ο ίδιος ένα ένα τα κομμάτια ξύλου προς αξιοποίηση.

Απόδειξη της ποιότητας των πιάνων Beltman είναι το γεγονός ότι η εταιρεία δέχεται παραγγελίες από όλον τον κόσμο, ενώ διαθέτει μόνιμες εκθέσεις στη Γερμανία και τη Ρωσία. 2.000 κομμάτια ήταν το σύνολο της περυσινής παραγωγής, που φέτος θα αυξηθεί στις 3.000. Στην εντέλεια φαίνονται να λειτουργούν και τα μηχανήματα, που κατασκευάστηκαν επί τόπου από «ανειδίκευτους» εργάτες, καθώς ήταν αδύνατη η μεταφορά τους από το εξωτερικό.

Κείμενο: Χριστίνα Σανούδου
Copyright:  http://www.kathimerini.gr

Friday, 27 April 2012

Σαμοθράκη, το νησί του Φεγγαριού

Προσεγγίζοντας το λιμάνι της Σαμοθράκης, τα ενοικιαζόμενα δωμάτια, οι ταβέρνες και τα καταστήματα τουριστικών ειδών μοιάζουν με παιδικά παιχνίδια μπροστά στον ορεινό όγκο του Φεγγαριού -ή Σάος, όπως είναι η επίσημη ονομασία του βουνού-, που δεσπόζει στο βάθος. Στην πραγματικότητα, ολόκληρο το νησί είναι σαν ένα βουνό μισοβυθισμένο στη θάλασσα, ενώ ακόμα και σήμερα οι ανθρώπινες παρεμβάσεις περιορίζονται στα παράλια και σε κάποια επίπεδα υψώματα.

Στην συχνά κρυμμένη πίσω από μαύρα σύννεφα κορυφή του Φεγγαριού, το τοπίο είναι όντως σεληνιακό. Οι πλαγιές του, όμως, κρύβουν καταπράσινα φαράγγια, υπεραιωνόβια δάση πλατάνου και βελανιδιάς, καταρράκτες με κρυστάλλινα νερά και μια άγρια ομορφιά εντελώς διαφορετική από τη γραφικότητα των αιγαιοπελαγίτικων νησιών.

Τους θερινούς μήνες, ένα δημοτικό λεωφορείο μεταφέρει όσους επιβάτες δεν διαθέτουν μεταφορικό μέσο από το λιμάνι -το μόνο σημείο του νησιού που θυμίζει τουριστικό προορισμό- στα δύο πολυσύχναστα δημοτικά κάμπινγκ και το μικρό, κατάφυτο χωριό των Θέρμων, με μία στάση στην Παλαιόπολη, όπου βρίσκεται το Ιερό των Μεγάλων Θεών.

Περιπλανηθήκαμε στα ερείπια της αρχαίας πόλης ένα μεσημέρι του Ιουλίου, με τα πλατάνια να μας προστατεύουν από τον ανελέητο ήλιο του καλοκαιριού.

Εκεί που κάποτε πλήθη πιστών συνέρρεαν για να λάβουν μέρος στα περίφημα Καβείρια Μυστήρια, σήμερα βασιλεύει η σιωπή, που διακόπτεται μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις, όταν στον αρχαιολογικό χώρο ξεναγούνται ομάδες τουριστών. Ωστόσο, το σκηνικό εγκατάλειψης που συνθέτουν τα διάσπαρτα χορταριασμένα μάρμαρα, οι πεσμένοι κίονες και η ανύπαρκτη ανθρώπινη παρουσία, δεν προκαλεί θλίψη, αλλά αντίθετα γαληνεύει.

Λίγα χιλιόμετρα πιο ανατολικά ρέει ο καταρράκτης του Φονιά - ο μεγαλύτερος του νησιού με ύψος 83 μ. Το ομώνυμο ρέμα είναι ίσως ο πιο δημοφιλής προορισμός της Σαμοθράκης, χάρη στις «βάθρες», όπως ονομάζουν οι ντόπιοι τις λιμνούλες που σχηματίζονται κατά μήκος των πολυάριθμων ρεμάτων.

Εξάλλου το νησί δεν φημίζεται για τις παραλίες του, αλλά για τα δροσερά νερά των ποταμών του και φυσικά για τα αμέτρητα αγριοκάτσικα, που σκαρφαλώνουν ακόμα και σε αυτοκίνητα για να γευτούν φρέσκα πλατανόφυλλα.

Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, τα κατσίκια ήταν κάποτε περισσότερα από τους ανθρώπους του νησιού, όμως ο πληθυσμός τους έχει πια μειωθεί δραματικά, καθώς τυχαίνει να αποτελούν βασικό συστατικό μιας από τις ντόπιες σπεσιαλιτέ.

Ξεχασμένος παράδεισος
Για να αποφύγουμε τον συνωστισμό στις πρώτες βάθρες του Φονιά, περπατήσαμε αρκετή ώρα στο βραχώδες, γλιστερό μονοπάτι, προσπερνώντας τη φωτογραφία του νεαρού, που πλήρωσε μια στιγμή απροσεξίας με τη ζωή του. Η ανάβαση, πάντως, δεν θεωρείται επικίνδυνη μέχρις ενός σημείου.


Τις υπόλοιπες μέρες βρίσκαμε καταφύγιο στην πιο ερημική και εύκολα προσεγγίσιμη «Γριά Βάθρα» κοντά στα Θέρμα. Στο χωριό συμβιώνουν αρμονικά οι ηλικιωμένοι κάτοικοι με την «εναλλακτική» νεολαία, η οποία εξακολουθεί να συρρέει παρότι τα κάποτε θρυλικά μουσικά φεστιβάλ έχουν πια χάσει την αίγλη τους.

Εντελώς διαφορετική είναι η ατμόσφαιρα στη Χώρα. Χτισμένος αμφιθεατρικά σε μεγάλο υψόμετρο, ο παραδοσιακός οικισμός πρόσφερε ιδανικό καταφύγιο στους κατοίκους στην περίπτωση εχθρικής εισβολής, ενώ η πανοραμική θέα από το- μισογκρεμισμένο, πλέον- μεσαιωνικό κάστρο εξασφάλιζε ότι κανένας δεν μπορούσε να πλησιάσει χωρίς να γίνει αντιληπτός.

Ενας μικρός, μισοξεχασμένος παράδεισος, η Σαμοθράκη είναι ένας πραγματικά μοναδικός τόπος. Δεν έχει όμως παραμείνει αλώβητη, όπως μαρτυρούν η απουσία υδρόβιας ζωής στα ρέματα και οι παράνομα κομμένοι κορμοί στα αιωνόβια δάση.

Kείμενο:Χριστίνα Σανούδου
Φωτογραφίες: Πάνος Μπαμπαλούκας
ΠΗΓΗ: http://news.kathimerini.gr/

Tuesday, 3 April 2012

Ανοιξιάτικες αποχρώσεις στο φαράγγι του Βίκου

Kατηφορίζοντας το λιθόστρωτο μονοπάτι από την είσοδο του χωριού Βίκος, ανυπομονούσα να προσεγγίσω τις όχθες του ποταμού, που διακρινόταν ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση και, όπως πίστευα, διέτρεχε ολόκληρο το φαράγγι.

Το θέαμα που αντίκρισα φτάνοντας στο εσωτερικό της χαράδρας, ήταν ακόμα πιο εντυπωσιακό: στα δεξιά μας, ούτε ίχνος νερού δεν έρρεε ανάμεσα στις λείες κατάλευκες πέτρες, όμως στα αριστερά η στεγνή κοίτη έδινε τη θέση της σε έναν ορμητικό χείμαρρο, ο οποίος έμοιαζε να αναβλύζει από τη γη.

Αργότερα, έμαθα πως πρόκειται για δύο ποτάμια, το ένα εκ των οποίων σχηματίζεται από χιόνι, που λιώνει στα γύρω βουνά - αν και, σύμφωνα με ένα ζευγάρι πεζοπόρων, που συναντήσαμε στη διαδρομή, η πλήρης απουσία νερού μέσα στην άνοιξη δεν μπορεί παρά να οφείλεται σε κάποιου είδους ανθρώπινη παρέμβαση. Ακριβώς κάτω από το χωριό Βίκος, το ρέμα συναντά τις κύριες πηγές του ποταμού Βοϊδομάτη με τα κρυστάλλινα νερά, η θερμοκρασία των οποίων δεν ξεπερνά τους εννέα βαθμούς καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου.

Το φαράγγι φημίζεται για τις αποχρώσεις που παίρνουν οι φυλλωσιές των δέντρων το φθινόπωρο. Την άνοιξη όμως η εικόνα της Φύσης, που αναγενάται, είναι εξίσου καθηλωτική: η βλάστηση οργιάζει, αποκαλύπτοντας όλες τις πιθανές διαβαθμίσεις του πράσινου, τα νεαρά φύλλα των δέντρων γυαλίζουν στο φως του ήλιου και τα ανθισμένα αγριολούλουδα προσελκύουν σμήνη πολύχρωμων εντόμων.

Περπατήσαμε για περίπου τρεις ώρες ακολουθώντας το καλά σηματοδοτημένο μονοπάτι στα δεξιά της ξερής κοίτης, διασχίζοντας καταπράσινα δάση και ηλιόλουστα ξέφωτα, παρατηρώντας τις απόκρημνες πλαγιές και τους παράξενους ασβεστολιθικούς σχηματισμούς -ηλικίας δεκάδων εκατομμυρίων χρόνων- και τρομοκρατώντας σαύρες, βατράχια, πουλιά και άλλα είδη της τοπικής πανίδας.

Κάθε τόσο διασταυρωνόμασταν με άλλους περιπατητές, που συνομιλούσαν μεταξύ τους σε διάφορες γλώσσες. Το φαράγγι, όπως και οι γύρω βουνοκορφές, αποτελούν ιδιαίτερα δημοφιλείς προορισμούς για φυσιολάτρες από όλη την Ευρώπη, και όχι μόνο. Αντίθετα, οι περισσότεροι Ελληνες επισκέπτες που συναντήσαμε στην περιοχή αρκούνταν στο να θαυμάζουν τη θέα από ψηλά πριν κατευθυνθούν προς τις τοπικές ταβέρνες.

Μετά από περίπου δέκα χιλιόμετρα, το φαράγγι χωρίζεται στα δύο. Το δεξί τμήμα του ονομάζεται Βικάκι και εκτείνεται μέχρι το χωριό Μονοδέντρι, ενώ το αριστερό οδηγεί στις πλαγιές της Τύμφης, στις οποίες είχαμε περιπλανηθεί την προηγούμενη μέρα. Λίγο πριν από την ψηλότερη κορυφή του βουνού, την Γκαμήλα, και σε 2.000 υψόμετρο βρίσκεται η περίφημη Δρακόλιμνη - η πιο γνωστή από τις αλπικές λίμνες της Τύμφης και καταφύγιο του σπάνιου, μικροσκοπικού αλπικού τρίτωνα.

Στα τέλη Απριλίου, ο πάγος είχε αρχίσει να λιώνει, όμως τόσο η λίμνη όσο και οι επιβλητικές κορυφές που την περιβάλλουν, ήταν ακόμα ντυμένες στα λευκά. Στην απέναντι πλαγιά, είχαμε την τύχη να διακρίνουμε τις πατημασιές μιας από τις λιγοστές αρκούδες, που εξακολουθούν να βρίσκουν καταφύγιο στην οροσειρά της Πίνδου, αψηφώντας τις απειλές της λαθροθηρίας, της Εγνατίας Οδού και των ολοένα αυξανόμενων ορεινών δρόμων.

Καθώς είχαμε αφήσει το αυτοκίνητο στην αρχή της διαδρομής, πήραμε απρόθυμα τον δρόμο του γυρισμού αντί να διασχίσουμε ολόκληρο το φαράγγι ώς το Μονοδέντρι. Στις πηγές του Βοϊδομάτη, σταματήσαμε ξανά για να επιχειρήσουμε μία -ολιγόλεπτη, εξαιτίας του ψύχους- βουτιά στα πεντακάθαρα νερά του ποταμού και τελικά επιστρέψαμε στο χωριό με μία αθέλητη παράκαμψη, που μας οδήγησε στο μικρό εκκλησάκι της Παναγίας του Βίκου.

Ηταν ανήμερα το Μεγάλο Σάββατο, και η Ανάσταση με βρήκε κάπου στην Εθνική Οδό, εξαντλημένη όχι όμως και ενοχλημένη επειδή δεν έφτασα έγκαιρα στην Αθήνα - είχα πειστεί ότι η πραγματική «γιορτή» δεν συνέβαινε στους δρόμους της πόλης, αλλά στο μαγικό τοπίο που είχα αφήσει πίσω μου.  

Kείμενο: Χριστίνα Σανούδου 
Φωτογραφίες: Πάνος Μπαμπαλούκας 
ΠΗΓΗ: http://news.kathimerini.gr/

Saturday, 22 October 2011

Καισάρεια: Όταν η Ανατολή συναντά τη Δύση

Θα μπορούσε να είναι μια τυπική επαρχιακή πόλη κάπου στη βόρεια Ευρώπη, με τα ανθισμένα παρτέρια της, το καλοδιατηρημένο μεσαιωνικό πάρκο, τους πεντακάθαρους δρόμους και τους κατοίκους της, που κυκλοφορούν με ενοικιαζόμενα δημοτικά ποδήλατα ή περιμένουν υπομονετικά το τράμ. Εκ πρώτης όψεως, μόνο οι μιναρέδες προδίδουν την πραγματική ταυτότητα της Καισάρειας- κάποτε σημαντικό εκκλησιαστικό κέντρο του πρώιμου χριστιανικού κόσμου, σήμερα η ένατη μεγαλύτερη πόλη της Τουρκίας, πλήρως εκσυγχρονισμένη με ταχύτατους ρυθμούς ανάπτυξης.

Μέχρι στιγμής, η ανάπτυξη δεν φαίνεται να συνοδεύεται από τη φτώχεια, τα σκουπίδια και την άναρχη δόμηση, που συναντά κανείς σε άλλες τουρκικές μεγαλουπόλεις, όπως η Σμύρνη και η Κωνσταντινούπολη. Σε αντίθεση, όμως, με τον κοσμοπολίτικο αέρα, που πνέει στους πιο τουριστικούς προορισμούς της Καππαδοκίας, η Καισάρεια είναι μία συντηρητική πόλη, όπως μαρτυρούν τόσο το σεμνό ντύσιμο των γυναικών όσο και η παντελής έλλειψη νυχτερινής ζωής.

Τα απογεύματα, οι νέοι της περιοχής συχνάζουν στα χαρακτηριστικά αρτοποιεία-καφέ, όπου καταναλώνουν παραδοσιακά γλυκίσματα και νες καφέ, όμως από τις 10 και μετά η πόλη μοιάζει εγκαταλελειμμένη, οι ελάχιστοι περαστικοί είναι αποκλειστικά άντρες, ενώ αλκοόλ σερβίρεται μόνο στα δυτικού τύπου ξενοδοχεία. Οι λάτρεις του καλού φαγητού πάντως δεν θα απογοητευτούν, αφού τα- περιορισμένα σε αριθμό- καλά εστιατόρια της περιοχής προσφέρουν εξαιρετικό φαγητό σε χαμηλές τιμές.


Τον χειμώνα, η ατμόσφαιρα πρέπει να αλλάζει ριζικά, καθώς το όρος Αργαίος- Ερσίγες για τους ντόπιους-, που υψώνεται επιβλητικά στο βάθος, αποτελεί πόλο έλξης για τους φανατικούς των χειμερινών σπορ. Εμείς την επισκεφθήκαμε καλοκαίρι, όταν τα ξενοδοχεία είναι άδεια και οι λιγοστοί τουρίστες απλώς διέρχονται από την Καισαρεία και συνεχίζουν προς την κοιλάδα Γκόρεμε ή τα ενδότερα της κεντρικής Τουρκίας.

Τα τοπικά αξιοθέατα περιλαμβάνουν το Βυζαντινό κάστρο, χρονολογούμενο γύρω στο 1500 π.Χ., πίσω από τα τείχη του οποίου κρύβεται το παζάρι της πόλης, το μεγάλο τζαμί, ένα λαογραφικό μουσείο, κατάλοιπα από τα χρόνια κυριαρχίας των Σελτζούκων και των Οθωμανών, και ορισμένες περίτεχνες κατοικίες του 18ου και 19ου αιώνα, οι οποίες διασώθηκαν από τις μαζικές κατεδαφίσεις της δεκαετίας του 1970.



To μικρό και μάλλον κακοδιατηρημένο αρχαιολογικό μουσείο της πόλης βρίσκεται στα όρια ενός απέραντου, καταπράσινου νεκροταφείου- οι κάτοικοι της περιοχής το αντιμετωπίζουν ως ακόμα ένα πάρκο αναψυχής, ιδανικό για πικ νικ και οικογενειακούς περιπάτους. Ίσως το πιο εντυπωσιακό σημείο αναφοράς της περιοχής είναι το ίδιο το όρος Ερσίγες με την βραχώδη κορυφή του να αγγίζει τα 3.917 μέτρα.




 
Κείμενο:Χριστίνα Σανούδου
Φωτογραφίες: Πάνος Μπαμπαλούκας

Friday, 22 July 2011

Κουρδιστάν: Ταξίδι στην ιστορία


Δεν γνωρίζουμε ακόμα γιατί η προϊστορική γυναίκα, τον σκελετό της οποίας εντόπισαν οι Ελληνες αρχαιολόγοι στην πόλη των Αρβύλων, τοποθετήθηκε στην τελευταία της κατοικίας με το πρόσωπο στραμμένο προς τα κάτω. Θα χρειαστούν αρκετά χρόνια ερευνών για να διαπιστώσουμε αν το θραύσμα αττικού αγγείου του 4ου π. Χ. αιώνα είχε κάποια σχέση με την κάθοδο των Μυρίων, που εξιστορεί τόσο λεπτομερώς ο Ξενοφώντας. Είναι όμως σχεδόν βέβαιο ότι οι ανασκαφές, που πραγματοποιεί ομάδα του Πανεπιστημίου Αθηνών στην αυτόνομη περιφέρεια του Κουρδιστάν, στο βόρειο Ιράκ, θα έχουν ως αποτέλεσμα σημαντικά ευρήματα, ενώ δεν αποκλείεται να αποτελέσουν σημείο αναφοράς για την αρχαιολογία της ευρύτερης -και σε μεγάλο βαθμό ανεξερεύνητης- περιοχής.

Οι πρώτες έρευνες διενεργήθηκαν τον Απρίλιο υπό τη διεύθυνση του λέκτορα αρχαιολογίας ανατολικών πολιτισμών Κωνσταντίνου Κοπανιά, και σχεδιάζεται να συνεχιστούν το ερχόμενο φθινόπωρο. Παράλληλα, ομάδα ιστορικών του Πανεπιστημίου, με επικεφαλής τον καθηγητή Κωνσταντίνο Μπουραζέλη, έχει αναλάβει να καταγράψει τις ελληνιστικές και ρωμαϊκές αρχαιότητες στο βόρειο Ιράκ, αλλά και να αναζητήσει το πεδίο της μάχης των Γαυγαμήλων κατά παραγγελία του κυβερνήτη των Αρβύλων, ο οποίος αντιλαμβάνεται τα οφέλη που μπορεί να έχει μια τέτοια ανακάλυψη για την ανάπτυξη της περιοχής. Μία προκαταρκτική έρευνα διεξήγαγαν ήδη ο Θάνος Σίδερης του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού και ο Κλεάνθης Ζουμπουλάκης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Απέραντες πεδιάδες σπαρμένες με αμέτρητα θραύσματα αρχαίας κεραμικής και τεχνητοί λόφοι δημιουργημένοι από αλλεπάλληλες περιόδους κατοίκησης συνθέτουν έναν αρχαιολογικό παράδεισο, σε έναν τόπο που αγωνίζεται να απαλλαχθεί από τα φορτία του αιματηρού του παρελθόντος. Η Μεσοποταμία διένυε ήδη τη Χαλκολιθική Εποχή όταν οι κάτοικοι του Ευρωπαϊκού χώρου δεν είχαν ακόμα αρχίσει να πειραματίζονται με τη χρήση του μετάλλου, ενώ στις εύφορες πεδιάδες της περιοχής πιστεύεται ότι ξεκίνησε για πρώτη φορά η γεωργία. Τον περασμένο Μάιο, η 14μελής ελληνική ομάδα επικέντρωσε την προσοχή της στη μικρότερη από τις δύο θέσεις, τις οποίες έχει την άδεια να διερευνήσει. Το Tell Nader- tell σημαίνει λόφος, ενώ Nader Mohammed είναι το όνομα του αρχαιολόγου που τον ανακάλυψε- μέσα στα όρια της πόλης Erbil, σώθηκε την τελευταία στιγμή πριν οικοδομηθεί. Τα ανώτερα στρώματα χώματος είχαν ήδη αφαιρεθεί από εκσκαφέα, έτσι σε ελάχιστο βάθος η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως τα ίχνη μιας αγροικίας, που εκτιμάται ότι ήταν σε χρήση από την ύστερη 6η ώς τα τέλη της 2ης π.Χ. χιλιετίας.

Εντός των ορίων του οικισμού ανακαλύφθηκαν υπολείμματα εστιών, αποθηκευτικοί χώροι επενδεδυμένοι με πηλό για την προστασία των περιεχομένων τους από τα τρωκτικά, τάφοι, πέντε πήλινα ειδώλια ζώων, περισσότερα από 18.000 θραύσματα αγγείων και σχεδόν 3.000 λίθινα αντικείμενα. Ανάμεσά τους και ορισμένα εργαλεία από οψιανό, γεγονός που μαρτυρά ότι οι κάτοικοι του οικισμού είχαν εμπορικές σχέσεις με τόπους εξόρυξης του ηφαιστειογενούς πετρώματος. Οστά οικόσιτων ζώων - αιγοπροβάτων, χοίρων, σκύλων κ. ά. - μαρτυρούν ότι οι κάτοικοι του οικισμού μάλλον επιδίδονταν στην κτηνοτροφία, ενώ ορισμένα μικρά πήλινα αντικείμενα δεν αποκλείεται να ήταν λογιστικά σύμβολα. Αρχιτεκτονικά κατάλοιπα δεν έχουν ακόμα έρθει στο φως, όλα όμως δείχνουν ότι κάτι τέτοιο είναι μόνο θέμα χρόνου. «Θέσεις αυτής της περιόδου δεν έχουν ερευνηθεί συστηματικά στην ευρύτερη περιοχή», υπογραμμίζει ο κ. Κοπανιάς, γι’ αυτό και η συγκεκριμένη ανασκαφή μπορεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς για μετέπειτα έρευνες.

Ο πρώτος σκελετός, θαμμένος μέσα σε ένα αγγείο, εντοπίστηκε τυχαία στη θέση Tell Nader λίγο πριν καταφτάσουν στο Κουρδιστάν οι Ελληνες ανασκαφείς. Οι Κούρδοι αρχαιολόγοι μετέφεραν τα οστά στο τοπικό μουσείο, όμως κατάχωσαν ξανά το σπασμένο αγγείο «αφού δεν διέθεταν συντηρητές για να το συγκολλήσουν». Ο δεύτερος σκελετός -πιθανότατα μιας ενήλικης γυναίκας-, ανακαλύφθηκε λίγο αργότερα, μέσα σε έναν στρογγυλό τάφο. Χιλιάδες χρόνια μετά τον ενταφιασμό της, ταξίδεψε στην Ελλάδα για να μελετηθεί από τη δρα Sherry Fox, διευθύντρια του Εργαστηρίου Wiener της Αμερικανικής Σχολής Κλασσικών Σπουδών στην Αθήνα, πριν επιστρέψει ξανά στα πάτρια εδάφη.

Μέσα στους επόμενους μήνες, οι μελετητές θα έχουν περισσότερα στοιχεία για την ηλικία και τα αίτια θανάτου της νεκρής, καθώς και την ακριβή χρονολόγησή της. Ισως, όμως, να μη μάθουμε ποτέ τι είδους ατύχημα ή επίθεση ευθύνεται για τη μεγάλη οπή στο κρανίο της, που όμως επουλώθηκε φυσικά και δεν σχετίζεται με τον θάνατο της, ή γιατί τοποθετήθηκε στην τελευταία της κατοικία σε αυτήν την παράξενη στάση. Εκτός από τον σκελετό, στο εξωτερικό ταξίδεψαν επίσης φυτικά κατάλοιπα και άλλα ευρήματα, για να μελετηθούν από ειδικούς σε πανεπιστήμια και ερευνητικά ιδρύματα ανά τον κόσμο. «Οταν ολοκληρωθούν οι έρευνες, θα έχουμε μία πλήρη εικόνα της καθημερινής ζωής της περιόδου», εξηγεί ο υπεύθυνος της ανασκαφής.

Tο μεγαλύτερο ενδιαφέρον, τουλάχιστον για το ευρύ κοινό, παρουσιάζει η δεύτερη και μεγαλύτερη αρχαιολογική θέση, όπου δεν έχουν ακόμα ξεκινήσει οι ανασκαφές. Ο λόφος Tell Baqrta, 28 χλμ. νότια του Erbil και ύψους 20 μ., πιθανότατα κατοικήθηκε σχεδόν αδιάλειπτα από την 6η χιλιετία π.Χ. ώς τους ισλαμικούς χρόνους και στο εσωτερικό του εκτιμάται ότι κρύβονται αρχιτεκτονικά κατάλοιπα των διαδοχικών φάσεων ενός ολόκληρου αστικού κέντρου. Σε κοντινή απόσταση, ο Θάνος Σίδερης εντόπισε ένα αττικό όστρακο, προερχόμενο πιθανότατα από οινοχόη του πρώτου μισού του 4ου αιώνα π.Χ.

Η ανακάλυψη έγινε εντελώς τυχαία, αφού η ελληνική ομάδα δεν βρισκόταν στην περιοχή για να αναζητήσει ελληνικά ευρήματα. «Ο συσχετισμός του οστράκου με τους Μυρίους του Ξενοφώντα είναι ένα ιδιαίτερα δελεαστικό σενάριο, αν και οπωσδήποτε είναι πάρα πολύ νωρίς για τέτοιου είδους συμπεράσματα», υπογραμμίζει ο κ. Κοπανιάς. Πάντως, σύμφωνα με τις περιγραφές του αρχαίου ιστορικού, οι Ελληνες μισθοφόροι περιπλανήθηκαν στις αχανείς πεδιάδες του σημερινού Κουρδιστάν, αφού δεν είχαν την επιλογή να επιστρέψουν στην πατρίδα από την πεπατημένη οδό, που ακολουθούσε τον ρου του ποταμού Ευφράτη. Αντί αυτής, πέρασαν τον ποταμό Λύκο (Zab), λίγα χιλιόμετρα από τη θέση Tell Baqrta, και στη συνέχεια κινήθηκαν σχεδόν παράλληλα με τον Τίγρη πριν διασχίσουν τα δύσβατα βουνά της γης των Καρδούχων, τους οποίους πολλοί σύγχρονοι Κούρδοι θεωρούν προγόνους τους.

Πλέον, ένας από τους ασφαλέστερους προορισμούς στη Μέση Ανατολή, το Κουρδιστάν, γνωρίζει πρωτόγνωρη οικονομική ανάκαμψη, όπως καταδεικνύει ήδη η παρουσία πλήθους ξένων εταιρειών στην περιοχή. Αισθητή είναι ώς τώρα η απουσία της χώρας μας, μολονότι οι τοπικές αρχές είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικές – αυτό τουλάχιστον έσπευσαν να επισημάνουν τα μέλη της υψηλόβαθμης κουρδικής αποστολής που ήρθε στην Ελλάδα τον περασμένο μήνα με αφορμή την ολοκλήρωση της πρώτης ανασκαφικής περιόδου.

Οσον αφορά τις ανασκαφές του Πανεπιστημίου Αθηνών, πολύ θετικά έχει εξελιχθεί μέχρι στιγμής η συνεργασία των δύο χωρών, τον θεμέλιο λίθο τη οποίας έθεσε ο τότε υπεύθυνος -και μοναδικός υπάλληλος- του ελληνικού Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων στο Erbil, Νίκος Δούκας. Σήμερα, ο κ. Δούκας έχει επιστρέψει στην Ελλάδα με απόφαση του υπουργείου Εξωτερικών, χωρίς ωστόσο να έχει οριστεί αντικαταστάτης του. Ούτε, φυσικά, υπάρχουν σχέδια για την ίδρυση ελληνικού προξενείου στο ιρακινό Κουρδιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ήδη αρκετά κράτη της Ευρώπης και όχι μόνο. Μάλιστα, η Τουρκία έχει ήδη εξελιχθεί στον σημαντικότερο εμπορικό εταίρο της περιφέρειας του Κουρδιστάν, ενώ πρόσφατα ο Ταγίπ Ερντογάν εγκαινίασε το νέο αεροδρόμιο των Αρβήλων.

Μόνη επίσημη ελληνική παρουσία στην ευρύτερη περιοχή είναι η πρεσβεία της Βαγδάτης, η οποία υποστήριξε εμπράκτως το έργο της ελληνικής αποστολής. Χάρη στις προσπάθειες του Ελληνα πρέσβη, Μερκούριου Καραφωτιά, η ομάδα του Πανεπιστημίου Αθηνών ήταν η μοναδική ξένη αρχαιολογική αποστολή που κατόρθωσε να λάβει άδεια για τη διενέργεια ανασκαφών και από την κεντρική κυβέρνηση του Ιράκ. Είναι, επίσης, η μόνη στην οποία επετράπη να εξαγάγει ευρήματα από το Κουρδιστάν για να τα μελετήσει.

«Σε άλλους δεν επιτρέπουν ούτε καν να μετακινήσουν τα εκθέματα από το μουσείο», αναφέρει ο κ. Κοπανιάς. Πρόκειται, ίσως, για μιας μορφής αναγνώριση του σεβασμού που έχουν μέχρι τώρα δείξει οι Ελληνες ερευνητές προς τις κουρδικές αρχές αλλά και προς τις ίδιες τις αρχαιότητες της χώρας. Στο παρελθόν, κάποιες αρχαιολογικές αποστολές έχουν ακολουθήσει πιο τυχοδιωκτικές πρακτικές, εκμεταλλευόμενες την απουσία ελεγκτικών μηχανισμών για να αναζητήσουν «μεγάλα» ευρήματα, όπως επιγραφές ή πολύτιμα μέταλλα, χρησιμοποιώντας πρόχειρες μεθόδους που δύνανται να καταστρέψουν ολόκληρα αρχαιολογικά στρώματα.

Κείμενο: Χριστίνα Σανούδου

Saturday, 18 June 2011

Λιουμπλιάνα

Η Λιουμπλιάνα επιφυλάσσει μια έκπληξη σε όσους την επισκέπτονται περιμένοντας να αντικρίσουν μια τυπική πρωτεύουσα του πρώην ανατολικού μπλοκ. Χτισμένη ανάμεσα σε κατάφυτους λόφους στις όχθες του ποταμού Λιουμπλιάνιτσα, με λιθόστρωτους δρόμους, κτίρια μπαρόκ και αρτ νουβό αισθητικής και το επιβλητικό κάστρο της, με εμφανή στοιχεία αυστρο-ουγγρικής αρχιτεκτονικής, θυμίζει περισσότερο επαρχιακή κωμόπολη της κεντρικής Ευρώπης.

Σύμφωνα με έναν μύθο, η πόλη ιδρύθηκε από τον Ιάσονα και τους Αργοναύτες, όταν επέστρεφαν από την εκστρατεία τους. Η σύγχρονη σλοβενική πρωτεύουσα, με λιγότερους από 300.000 κατοίκους -εκ των οποίων σχεδόν οι 65.000 είναι φοιτητές-, κινείται σε χαλαρούς ρυθμούς, έχοντας διατηρήσει εν πολλοίς τον παραδοσιακό της χαρακτήρα.

Νεανικά ξενοδοχεία, μικροσκοπικά καφέ και μπαρ με εξαιρετικά χαμηλές για τα ελληνικά δεδομένα τιμές έχουν αναπτυχθεί στο παλιό -και ομορφότερο- κομμάτι της, ως αποτέλεσμα της ταχύτατης τουριστικής ανάπτυξης της χώρας. To απέραντο πάρκο Tivoli ενδείκνυται για περιπάτους, παρά τις χαμηλές θερμοκρασίες, που επικρατούν το χειμώνα, και τις συχνές καλοκαιρινές βροχές.

Γενέτειρα λογοτεχνών, επιστημόνων και φιλοσόφων, μεταξύ των οποίων ο ο γνωστός στο ελληνικό κοινό Slavoj Zizek, και έδρα του σημαντικότερου πανεπιστημίου της Σλοβενίας, δίνει την εντύπωση μιας πόλης διανοουμένων, με πλήθος ανεξάρτητων «ψαγμένων» βιβλιοπωλείων, ευφυή πολιτικοποιημένα γκράφιτι στους τοίχους και ρήσεις μεγάλων στοχαστών, όπως ο Σωκράτης, να αναγράφονται στην άσφαλτο, δίπλα από τις διαβάσεις πεζών.

Κείμενο-φωτογραφίες: Χριστίνα Σανούδου

Saturday, 14 May 2011

Βηρυτός: Μια πόλη γεμάτη αντιθέσεις

Κατακτήθηκε αμέτρητες φορές στο πέρασμα των αιώνων, μεσουράνησε πρόσφατα ως «Παρίσι της Μέσης Ανατολής», χωρίστηκε για χρόνια στα δύο εν μέσω βίαιων συγκρούσεων: Με εμφανή τα σημάδια του ένδοξου και αιματοβαμμένου παρελθόντος της, η σύγχρονη Βηρυτός άλλοτε εκπλήσσει ευχάριστα τον επισκέπτη χάρη στη ζωντάνια και την ικανότητα της να αναγεννάται από τις στάχτες της, και άλλοτε θυμίζει βόμβα που αναμένεται να εκραγεί από στιγμή σε στιγμή- σίγουρα πάντως, δεν είναι ποτέ βαρετή.

Μια πόλη γεμάτη ένταση και αντιθέσεις, η πρωτεύουσα του Λιβάνου είναι ίσως ένα από τα ελάχιστα μέρη στον κόσμο όπου συνυπάρχουν αρμονικά η ελευθεριότητα με το συντηρητισμό, η Ανατολή με τη Δύση, η φτώχεια με τον πλούτο, το γκλαμουρ με την παρακμή. Στους πολύβουους δρόμους του κέντρου της- γνωστού και ως Downtown- μαντηλοφορεμένες κοπέλες κουβεντιάζουν ανέμελα με συνομήλικες τους σε αέρινα, μίνι φορέματα. Το σούρουπο, οι καμπάνες του καθεδρικού του Αγίου Γεωργίου ηχούν σχεδόν ταυτόχρονα με το κάλεσμα του μουεζινη από το γειτονικό τζαμί Mohammed Al-Amin. Το καλοκαίρι, οι φτωχότεροι κάτοικοι της πόλης μπαίνουν με τα ρούχα στα- μολυσμένα- νερά της θάλασσας, ενώ λίγα μέτρα πιο πέρα μαυρισμένες γυναίκες με μπικίνι λιάζονται στα πανάκριβα beach club.


Τα εμπορικά κέντρα της περιοχής διαθέτουν Ευρωπαϊκές και Αμερικάνικες μάρκες που δεν έχουν ακόμα εμφανιστεί στην Ελλάδα, ενώ το πλήρως ανακαινισμένο Saifi Village δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από το Κολωνάκι. Το Αμερικάνικο πανεπιστήμιο στη Hamra είναι μια όαση πρασίνου με επιβλητικά κτίρια και θέα θάλασσα. Στα γύρω μπαρ, οι φοιτητές πίνουν μπύρες συζητώντας στα αγγλικά ή φεύγουν οδηγώντας με ιλιγγιώδη ταχύτητα τα ακριβά αυτοκίνητα τους.

Ωστόσο, τα ερειπωμένα κτίρια, οι τρύπες από σφαίρες στους τοίχους των πολυκατοικιών, και η συνεχής παρουσία στρατιωτών- αλλά και τανκς- στους δρόμους, συνιστά μια διαρκή υπενθύμιση ότι η φαινομενικά ειρηνική συνύπαρξη είναι εντελώς προσωρινή. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που ακόμα και οι ευκατάστατοι οι κάτοικοι της πόλης ζουν σαν να μην υπάρχει αύριο, ξενυχτώντας κάθε βράδυ και αδιαφορώντας για το αν η πόλη τους δεν διαθέτει πεζοδρόμια, μέσα συγκοινωνίας ή ακόμα και παιδικές χαρές.

Κείμενο: Χριστίνα Σανούδου
Φωτογραφίες: Πάνος Μπαμπαλούκας

Friday, 22 October 2010

ΓΕΝΕΥΗ, ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ ΛΗΨΕΙΣ






 Φωτογραφίες: Πάνος Μπαμπαλούκας

ΓΕΝΕΥΗ










Φωτογραφίες: Πάνος Μπαμπαλούκας