Showing posts with label ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ. Show all posts
Showing posts with label ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ. Show all posts

Tuesday, 17 July 2012

Το αρχαίο λυχνάρι έγινε LED

Aπό τα αρχαία λυχνάρια ώς τις σύγχρονες λάμπες εξοικονόμησης ενέργειας και από την ανακάλυψη της φωτιάς ώς τη λατρεία του θεού Ηλιου, το φως πάντοτε διαδραμάτιζε εξαιρετικά σημαντικό ρόλο τόσο στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων ανά την υφήλιο όσο και στην τέχνη, τη φιλοσοφία και τη θρησκεία. Ενα μικρό, αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρον αφιέρωμα στην ιστορία του φωτισμού με τίτλο «Μια ιστορία από φως, στο φως», που ολοκληρώθηκε πρόσφατα στο Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας-Θράκης στη Θεσσαλονίκη, φιλοξενεί ώς τον Σεπτέμβριο η «Τεχνόπολις» του Δήμου Αθηναίων.

Στο ίδιο διάστημα, το Μουσείο της Ακρόπολης αναδεικνύει με ειδική σήμανση εκθέματα από τη μόνιμη συλλογή του, που αφηγούνται μικρές «ιστορίες για το φως» – όπως τα άρματα του Ηλίου και της Σελήνης στη σκηνή της γέννησης της Αθηνάς, που κοσμεί το ανατολικό αέτωμα του Παρθενώνα ή ο περίτεχνος χάλκινος λύχνος από το Ερέχθειο, σε σχήμα πολεμικού πλοίου και με τη φράση «ιερόν της Αθηνάς» χαραγμένη στη δεξιά πλευρά του.

Η μεταφορά της έκθεσης στο παλαιό εργοστάσιο φωταερίου έγινε με πρωτοβουλία της διοίκησης της «Τεχνόπολις» και αποτελεί προάγγελο του Βιομηχανικού Μουσείου Φωταερίου, που αναμένεται να είναι έτοιμο στο τέλος του χρόνου. Ο συσχετισμός είναι προφανής, καθώς η πρωταρχική χρήση του φωταερίου στην Αθήνα ήταν ο φωτισμός, «γεγονός που άλλαξε ριζικά τη ζωή της πόλης», εξηγεί η Μαρία Φλώρου, αρχαιολόγος, μουσειολόγος και υπεύθυνη του τομέα του υπό διαμόρφωση μουσείου. Πλέον, οι δημόσιοι δρόμοι φωτίζονταν το βράδυ, διευκολύνοντας την κυκλοφορία, και οι βιομηχανίες είχαν τη δυνατότητα να λειτουργούν με διπλές βάρδιες, αυξάνοντας την παραγωγή.

Πέρα από τις αναφορές στην «επανάσταση» που έφερε ο ηλεκτροφωτισμός και η αξιοποίηση των ορυκτών καυσίμων κατά τον 19ο αιώνα, μεγάλο μέρος των εκθεμάτων προέρχεται από τη βυζαντινή περίοδο, ενώ τα κενά στην αφήγηση αναπληρώνονται με ενημερωτικά κείμενα, φωτογραφίες και ένα βίντεο για τις μεθόδους αφής και διατήρησης της φωτιάς. Η εστίαση στο Βυζάντιο σχετίζεται αφενός με τον ρόλο του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού ως συνδιοργανωτή της έκθεσης και αφετέρου με το γεγονός ότι τα ευρήματα αυτής της εποχής σώζονται σε μεγαλύτερη αφθονία και καλύτερη κατάσταση από τα προγενέστερα.

Εξάλλου, οι τεχνολογίες τεχνητού φωτισμού δεν διαφοροποιήθηκαν σημαντικά με το πέρασμα από τους αρχαίους στους βυζαντινούς χρόνους: η χρήση των λυχναριών παρέμεινε ιδιαίτερα διαδεδομένη, ενώ η σημαντικότερη καινοτομία της εποχής ήταν «οι γυάλινες καντήλες, η κατασκευή των οποίων κατέστη δυνατή με την τοποθέτηση του φιτιλιού στο κέντρο του σκεύους», υπογραμμίζει η Ελένη Μπίντση, που υπογράφει τη μουσειολογική μελέτη της έκθεσης στο Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο μαζί με τον Ιωάννη Μότσιανο και τον Ζήση Σκαμπάλη. Διαδεδομένη ήταν πλέον και η χρήση του κεριού, το οποίο είχε αναγνωριστεί ως καύσιμη ύλη ήδη από τη μινωική περίοδο, αλλά δεν χρησιμοποιήθηκε ευρέως πριν από την ύστερη αρχαιότητα.

Υπάρχουν, ωστόσο, και άλλοι λόγοι που καθιστούν το Βυζάντιο σημείο-σταθμό για όσους ασχολούνται σε βάθος με την ιστορία του φωτισμού, υποστηρίζει ο καθηγητής Αρχιτεκτονικής Ιάκωβος Ποταμιάνος. Μολονότι «λάτρευαν το φως», οι καλλιτέχνες και οι αρχιτέκτονες στην Ελλάδα των κλασικών χρόνων γνώριζαν ότι το «σκληρό» μεσογειακό φως «κατέστρεφε τις μορφές των κτιρίων κάνοντάς τις να φαίνονται επίπεδες». Ετσι, «ανακάλυψαν τρόπους να φέρνουν το φως στη σκιά» – χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι ραβδώσεις στους δωρικούς κίονες.

Κατά τους βυζαντινούς χρόνους, η ενασχόληση με το φως πέρασε σε άλλο επίπεδο εξέλιξης, καθώς ο «ενθουσιασμός με τη μορφή» έδωσε σταδιακά τη θέση του «στον ενθουσιασμό για τον χώρο ως κάτι εφάμιλλο με την έννοια του Θείου». Σε αντίθεση με τους αρχαίους ναούς, οι βυζαντινές εκκλησίες δίνουν έμφαση στην άυλη διάσταση του χώρου και του φωτός.

Με πλήθος επιστημονικών δημοσιεύσεων και ανακοινώσεων σχετικά με το φως και τις χρήσεις του στο βιογραφικό του, ο κ. Ποταμιάνος σήμερα είναι διευθυντής ενός νέου μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών για τον φωτισμό στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Εχοντας ενδιαφερθεί για το φως και τις χρήσεις του από τα φοιτητικά του χρόνια στις ΗΠΑ, άρχισε να μελετά κείμενα αρχαίων συγγραφέων, όπως του μεγάλου Αλεξανδρινού μηχανικού Ηρωνα και του νεοπλατωνιστή φιλόσοφου Πλωτίνου, όπου υπάρχουν αναφορές τόσο για την κατασκευή συστημάτων φωτισμού -συχνά εξαιρετικά προηγμένων, με τη χρήση κατόπτρων- όσο και για τη συμβολική αξία του φωτός στη φιλοσοφία.

Μεταξύ άλλων, διδάσκει φωτισμό ιστορικών κτιρίων στο ΑΠΘ, όπου κατέχει τον τίτλο του αναπληρωτή καθηγητή της Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής και της Ψυχολογίας της Αντίληψης, ενώ το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει ένα βιβλίο για το φως στη βυζαντινή εκκλησία. Πεπεισμένος ότι, ακόμα και στις μέρες μας, η αρχιτεκτονική δεν έχει φτάσει στο επίπεδο των βυζαντινών μαστόρων, διερευνά πώς οι τεχνικές για τη δημιουργία της κατανυκτικής ατμόσφαιρας στους βυζαντινούς ναούς θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν σε σύγχρονα κτίρια.

«Με ένα πνευματικό άλμα, ο άνθρωπος συλλαμβάνει κάτι το ασύλληπτο, την άυλη διάσταση του χώρου. Αυτό για μένα είναι μια εξαιρετική κατάσταση του ανθρώπινου νου», υπογραμμίζει. Αργότερα, καθώς η δύναμη του Βυζαντίου εξασθενεί, η αισθητική αλλάζει και οι υποφωτισμένες μεσοβυζαντινές εκκλησίες δεν διαφέρουν πολύ από τις σύγχρονες. Πλέον, «το φως σταλάζει, δεν πλημμυρίζει τον ναό», καταλήγει.

Η έκθεση «Μια ιστορία από το φως στο φως», που διοργανώθηκε σε συνεργασία με μουσεία, εφορείες αρχαιοτήτων, ερευνητικά κέντρα και ιδιώτες από όλη την Ελλάδα, περιλαμβάνει μία ενότητα αφιερωμένη στις διαφορετικές θρησκευτικές παραδόσεις της Θεσσαλονίκης -το Ισλάμ, τον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό-, αναδεικνύοντας τόσο τη συμβολική διάσταση του φωτός στις τρεις θρησκείες, όσο και τα χαρακτηριστικά φωτιστικά σκεύη των τόπων λατρείας.

Η επόμενη ενότητα εστιάζει στην «επανάσταση» που έφερε η χρήση των ορυκτών καυσίμων στον φωτισμό, με αναφορές στον δημόσιο φωτισμό της Αθήνας, με την ίδρυση του εργοστασίου φωταερίου το 1857, καθώς και την επινόηση του ηλεκτρικού λαμπτήρα στα τέλη του 19ου αιώνα.

Τέλος, η εξέλιξη της τεχνολογίας του φωτισμού στον 21ο αιώνα μετουσιώνεται σε μία πρωτότυπη διαδραστική εγκατάσταση με την υπογραφή της εικαστικής ομάδας φωτισμού «BEFORELIGHT», που ενθαρρύνει τους επισκέπτες να πειραματιστούν με τις δυνατότητες του φωτός, δημιουργώντας τη δική τους φωτιστική σύνθεση.  

ΚΕΙΜΕΝΟ: Χριστίνα Σανούδου
Copyright: http://www.kathimerini.gr

Friday, 22 July 2011

Κουρδιστάν: Ταξίδι στην ιστορία


Δεν γνωρίζουμε ακόμα γιατί η προϊστορική γυναίκα, τον σκελετό της οποίας εντόπισαν οι Ελληνες αρχαιολόγοι στην πόλη των Αρβύλων, τοποθετήθηκε στην τελευταία της κατοικίας με το πρόσωπο στραμμένο προς τα κάτω. Θα χρειαστούν αρκετά χρόνια ερευνών για να διαπιστώσουμε αν το θραύσμα αττικού αγγείου του 4ου π. Χ. αιώνα είχε κάποια σχέση με την κάθοδο των Μυρίων, που εξιστορεί τόσο λεπτομερώς ο Ξενοφώντας. Είναι όμως σχεδόν βέβαιο ότι οι ανασκαφές, που πραγματοποιεί ομάδα του Πανεπιστημίου Αθηνών στην αυτόνομη περιφέρεια του Κουρδιστάν, στο βόρειο Ιράκ, θα έχουν ως αποτέλεσμα σημαντικά ευρήματα, ενώ δεν αποκλείεται να αποτελέσουν σημείο αναφοράς για την αρχαιολογία της ευρύτερης -και σε μεγάλο βαθμό ανεξερεύνητης- περιοχής.

Οι πρώτες έρευνες διενεργήθηκαν τον Απρίλιο υπό τη διεύθυνση του λέκτορα αρχαιολογίας ανατολικών πολιτισμών Κωνσταντίνου Κοπανιά, και σχεδιάζεται να συνεχιστούν το ερχόμενο φθινόπωρο. Παράλληλα, ομάδα ιστορικών του Πανεπιστημίου, με επικεφαλής τον καθηγητή Κωνσταντίνο Μπουραζέλη, έχει αναλάβει να καταγράψει τις ελληνιστικές και ρωμαϊκές αρχαιότητες στο βόρειο Ιράκ, αλλά και να αναζητήσει το πεδίο της μάχης των Γαυγαμήλων κατά παραγγελία του κυβερνήτη των Αρβύλων, ο οποίος αντιλαμβάνεται τα οφέλη που μπορεί να έχει μια τέτοια ανακάλυψη για την ανάπτυξη της περιοχής. Μία προκαταρκτική έρευνα διεξήγαγαν ήδη ο Θάνος Σίδερης του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού και ο Κλεάνθης Ζουμπουλάκης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Απέραντες πεδιάδες σπαρμένες με αμέτρητα θραύσματα αρχαίας κεραμικής και τεχνητοί λόφοι δημιουργημένοι από αλλεπάλληλες περιόδους κατοίκησης συνθέτουν έναν αρχαιολογικό παράδεισο, σε έναν τόπο που αγωνίζεται να απαλλαχθεί από τα φορτία του αιματηρού του παρελθόντος. Η Μεσοποταμία διένυε ήδη τη Χαλκολιθική Εποχή όταν οι κάτοικοι του Ευρωπαϊκού χώρου δεν είχαν ακόμα αρχίσει να πειραματίζονται με τη χρήση του μετάλλου, ενώ στις εύφορες πεδιάδες της περιοχής πιστεύεται ότι ξεκίνησε για πρώτη φορά η γεωργία. Τον περασμένο Μάιο, η 14μελής ελληνική ομάδα επικέντρωσε την προσοχή της στη μικρότερη από τις δύο θέσεις, τις οποίες έχει την άδεια να διερευνήσει. Το Tell Nader- tell σημαίνει λόφος, ενώ Nader Mohammed είναι το όνομα του αρχαιολόγου που τον ανακάλυψε- μέσα στα όρια της πόλης Erbil, σώθηκε την τελευταία στιγμή πριν οικοδομηθεί. Τα ανώτερα στρώματα χώματος είχαν ήδη αφαιρεθεί από εκσκαφέα, έτσι σε ελάχιστο βάθος η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως τα ίχνη μιας αγροικίας, που εκτιμάται ότι ήταν σε χρήση από την ύστερη 6η ώς τα τέλη της 2ης π.Χ. χιλιετίας.

Εντός των ορίων του οικισμού ανακαλύφθηκαν υπολείμματα εστιών, αποθηκευτικοί χώροι επενδεδυμένοι με πηλό για την προστασία των περιεχομένων τους από τα τρωκτικά, τάφοι, πέντε πήλινα ειδώλια ζώων, περισσότερα από 18.000 θραύσματα αγγείων και σχεδόν 3.000 λίθινα αντικείμενα. Ανάμεσά τους και ορισμένα εργαλεία από οψιανό, γεγονός που μαρτυρά ότι οι κάτοικοι του οικισμού είχαν εμπορικές σχέσεις με τόπους εξόρυξης του ηφαιστειογενούς πετρώματος. Οστά οικόσιτων ζώων - αιγοπροβάτων, χοίρων, σκύλων κ. ά. - μαρτυρούν ότι οι κάτοικοι του οικισμού μάλλον επιδίδονταν στην κτηνοτροφία, ενώ ορισμένα μικρά πήλινα αντικείμενα δεν αποκλείεται να ήταν λογιστικά σύμβολα. Αρχιτεκτονικά κατάλοιπα δεν έχουν ακόμα έρθει στο φως, όλα όμως δείχνουν ότι κάτι τέτοιο είναι μόνο θέμα χρόνου. «Θέσεις αυτής της περιόδου δεν έχουν ερευνηθεί συστηματικά στην ευρύτερη περιοχή», υπογραμμίζει ο κ. Κοπανιάς, γι’ αυτό και η συγκεκριμένη ανασκαφή μπορεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς για μετέπειτα έρευνες.

Ο πρώτος σκελετός, θαμμένος μέσα σε ένα αγγείο, εντοπίστηκε τυχαία στη θέση Tell Nader λίγο πριν καταφτάσουν στο Κουρδιστάν οι Ελληνες ανασκαφείς. Οι Κούρδοι αρχαιολόγοι μετέφεραν τα οστά στο τοπικό μουσείο, όμως κατάχωσαν ξανά το σπασμένο αγγείο «αφού δεν διέθεταν συντηρητές για να το συγκολλήσουν». Ο δεύτερος σκελετός -πιθανότατα μιας ενήλικης γυναίκας-, ανακαλύφθηκε λίγο αργότερα, μέσα σε έναν στρογγυλό τάφο. Χιλιάδες χρόνια μετά τον ενταφιασμό της, ταξίδεψε στην Ελλάδα για να μελετηθεί από τη δρα Sherry Fox, διευθύντρια του Εργαστηρίου Wiener της Αμερικανικής Σχολής Κλασσικών Σπουδών στην Αθήνα, πριν επιστρέψει ξανά στα πάτρια εδάφη.

Μέσα στους επόμενους μήνες, οι μελετητές θα έχουν περισσότερα στοιχεία για την ηλικία και τα αίτια θανάτου της νεκρής, καθώς και την ακριβή χρονολόγησή της. Ισως, όμως, να μη μάθουμε ποτέ τι είδους ατύχημα ή επίθεση ευθύνεται για τη μεγάλη οπή στο κρανίο της, που όμως επουλώθηκε φυσικά και δεν σχετίζεται με τον θάνατο της, ή γιατί τοποθετήθηκε στην τελευταία της κατοικία σε αυτήν την παράξενη στάση. Εκτός από τον σκελετό, στο εξωτερικό ταξίδεψαν επίσης φυτικά κατάλοιπα και άλλα ευρήματα, για να μελετηθούν από ειδικούς σε πανεπιστήμια και ερευνητικά ιδρύματα ανά τον κόσμο. «Οταν ολοκληρωθούν οι έρευνες, θα έχουμε μία πλήρη εικόνα της καθημερινής ζωής της περιόδου», εξηγεί ο υπεύθυνος της ανασκαφής.

Tο μεγαλύτερο ενδιαφέρον, τουλάχιστον για το ευρύ κοινό, παρουσιάζει η δεύτερη και μεγαλύτερη αρχαιολογική θέση, όπου δεν έχουν ακόμα ξεκινήσει οι ανασκαφές. Ο λόφος Tell Baqrta, 28 χλμ. νότια του Erbil και ύψους 20 μ., πιθανότατα κατοικήθηκε σχεδόν αδιάλειπτα από την 6η χιλιετία π.Χ. ώς τους ισλαμικούς χρόνους και στο εσωτερικό του εκτιμάται ότι κρύβονται αρχιτεκτονικά κατάλοιπα των διαδοχικών φάσεων ενός ολόκληρου αστικού κέντρου. Σε κοντινή απόσταση, ο Θάνος Σίδερης εντόπισε ένα αττικό όστρακο, προερχόμενο πιθανότατα από οινοχόη του πρώτου μισού του 4ου αιώνα π.Χ.

Η ανακάλυψη έγινε εντελώς τυχαία, αφού η ελληνική ομάδα δεν βρισκόταν στην περιοχή για να αναζητήσει ελληνικά ευρήματα. «Ο συσχετισμός του οστράκου με τους Μυρίους του Ξενοφώντα είναι ένα ιδιαίτερα δελεαστικό σενάριο, αν και οπωσδήποτε είναι πάρα πολύ νωρίς για τέτοιου είδους συμπεράσματα», υπογραμμίζει ο κ. Κοπανιάς. Πάντως, σύμφωνα με τις περιγραφές του αρχαίου ιστορικού, οι Ελληνες μισθοφόροι περιπλανήθηκαν στις αχανείς πεδιάδες του σημερινού Κουρδιστάν, αφού δεν είχαν την επιλογή να επιστρέψουν στην πατρίδα από την πεπατημένη οδό, που ακολουθούσε τον ρου του ποταμού Ευφράτη. Αντί αυτής, πέρασαν τον ποταμό Λύκο (Zab), λίγα χιλιόμετρα από τη θέση Tell Baqrta, και στη συνέχεια κινήθηκαν σχεδόν παράλληλα με τον Τίγρη πριν διασχίσουν τα δύσβατα βουνά της γης των Καρδούχων, τους οποίους πολλοί σύγχρονοι Κούρδοι θεωρούν προγόνους τους.

Πλέον, ένας από τους ασφαλέστερους προορισμούς στη Μέση Ανατολή, το Κουρδιστάν, γνωρίζει πρωτόγνωρη οικονομική ανάκαμψη, όπως καταδεικνύει ήδη η παρουσία πλήθους ξένων εταιρειών στην περιοχή. Αισθητή είναι ώς τώρα η απουσία της χώρας μας, μολονότι οι τοπικές αρχές είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικές – αυτό τουλάχιστον έσπευσαν να επισημάνουν τα μέλη της υψηλόβαθμης κουρδικής αποστολής που ήρθε στην Ελλάδα τον περασμένο μήνα με αφορμή την ολοκλήρωση της πρώτης ανασκαφικής περιόδου.

Οσον αφορά τις ανασκαφές του Πανεπιστημίου Αθηνών, πολύ θετικά έχει εξελιχθεί μέχρι στιγμής η συνεργασία των δύο χωρών, τον θεμέλιο λίθο τη οποίας έθεσε ο τότε υπεύθυνος -και μοναδικός υπάλληλος- του ελληνικού Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων στο Erbil, Νίκος Δούκας. Σήμερα, ο κ. Δούκας έχει επιστρέψει στην Ελλάδα με απόφαση του υπουργείου Εξωτερικών, χωρίς ωστόσο να έχει οριστεί αντικαταστάτης του. Ούτε, φυσικά, υπάρχουν σχέδια για την ίδρυση ελληνικού προξενείου στο ιρακινό Κουρδιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ήδη αρκετά κράτη της Ευρώπης και όχι μόνο. Μάλιστα, η Τουρκία έχει ήδη εξελιχθεί στον σημαντικότερο εμπορικό εταίρο της περιφέρειας του Κουρδιστάν, ενώ πρόσφατα ο Ταγίπ Ερντογάν εγκαινίασε το νέο αεροδρόμιο των Αρβήλων.

Μόνη επίσημη ελληνική παρουσία στην ευρύτερη περιοχή είναι η πρεσβεία της Βαγδάτης, η οποία υποστήριξε εμπράκτως το έργο της ελληνικής αποστολής. Χάρη στις προσπάθειες του Ελληνα πρέσβη, Μερκούριου Καραφωτιά, η ομάδα του Πανεπιστημίου Αθηνών ήταν η μοναδική ξένη αρχαιολογική αποστολή που κατόρθωσε να λάβει άδεια για τη διενέργεια ανασκαφών και από την κεντρική κυβέρνηση του Ιράκ. Είναι, επίσης, η μόνη στην οποία επετράπη να εξαγάγει ευρήματα από το Κουρδιστάν για να τα μελετήσει.

«Σε άλλους δεν επιτρέπουν ούτε καν να μετακινήσουν τα εκθέματα από το μουσείο», αναφέρει ο κ. Κοπανιάς. Πρόκειται, ίσως, για μιας μορφής αναγνώριση του σεβασμού που έχουν μέχρι τώρα δείξει οι Ελληνες ερευνητές προς τις κουρδικές αρχές αλλά και προς τις ίδιες τις αρχαιότητες της χώρας. Στο παρελθόν, κάποιες αρχαιολογικές αποστολές έχουν ακολουθήσει πιο τυχοδιωκτικές πρακτικές, εκμεταλλευόμενες την απουσία ελεγκτικών μηχανισμών για να αναζητήσουν «μεγάλα» ευρήματα, όπως επιγραφές ή πολύτιμα μέταλλα, χρησιμοποιώντας πρόχειρες μεθόδους που δύνανται να καταστρέψουν ολόκληρα αρχαιολογικά στρώματα.

Κείμενο: Χριστίνα Σανούδου

Wednesday, 9 March 2011

Ασσυριακοί θησαυροί δια πυρός και...Αγκάθας Κρίστι

Θάφτηκαν στα ερείπια της αρχαίας Νιμρούντ όταν λεηλατήθηκε από τους Μήδους και τους Πέρσες πριν 2,600 χρόνια, ήρθαν στο φως στα τέλη της δεκαετίας του 1940 υπό την επίβλεψη του Βρετανού αρχαιολόγου Μαξ Μάλοουαν, καθαρίστηκαν με μια μάλλον αντισυμβατική μέθοδο από τη σύζυγο του, Αγκάθα Κρίστι, και παρέμειναν μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας για περισσότερο από τέσσερις δεκαετίες.

Την επόμενη εβδομάδα, οι 6.000 σκαλιστοί θησαυροί από ελεφαντόδοντο, που κάποτε κοσμούσαν τα περίτεχνα έπιπλα του παλατιού της Ασσυριακής πρωτεύουσας, θα παρουσιαστούν για πρώτη φορά στο ευρύ κοινό, χάρη στη γενναιοδωρία 1800 φίλων του Βρετανικού Μουσείου. Με τη βοήθεια τους, το Μουσείο κατόρθωσε να συγκεντρώσει το συνολικό ποσό του 1,4 εκ. ευρώ που χρειαζόταν για να αγοράσει το ένα τρίτο της μοναδικής συλλογής από το βρετανικό Ινστιτούτο για τη Μελέτη του Ιράκ.

O Μαξ Μάλοουαν, δεύτερος σύζυγος της- κατά δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερης του- Αγκάθα Κρίστι, πραγματοποίησε ανασκαφές στη Νιμρούντ, στο σημερινό βόρειο Ιράκ, από το 1949 μέχρι το 1963. Λάτρης της περιπέτειας, η Αγγλίδα συγγραφέας τον συνόδευε πάντα στις αποστολές, πεπεισμένη ότι ένας αρχαιολόγος είναι ιδανικός σύζυγος, αφού "θα θεωρεί ότι η γυναίκα του γίνεται πιο όμορφη και ενδιαφέρουσα καθώς γερνάει". Ευτυχώς, δεν προκάλεσε επιπλέον βλάβη στα εύθραυστα κομψοτεχνήματα, όταν επιχείρησε να εξαφανίσει από πάνω τους τα σημάδια πυρκαγιάς χρησιμοποιώντας...την ακριβή κρέμα προσώπου της.

Τα χιλιάδες μικροσκοπικά διακοσμητικά απο ελεφαντοστό- ορισμένα μόλις σε μέγεθος κουμπιού-αναπαριστούν σφίγγες, λιοντάρια, ερπετά και λουλούδια, ενώ κάποτε ήταν επενδεδυμένα με χρυσό και πολύτιμα πετράδια. Μάλιστα, κάποια από αυτά φέρουν παράξενα σκαλίσματα, που δεν αποκλείεται να ήταν αρχαίες οδηγίες συναρμολόγησης επίπλων.

Οι μελετητές εκτιμούν ότι γλίτωσαν από την καταστροφή του 612 π.Χ. επειδή δεν ήταν πια στη μόδα και είχαν ήδη μεταφερθεί στις αποθήκες του παλατιού. "Είναι εκπληκτικά αντικείμενα- όχι μόνο εντυπωσιακά όμορφα, αλλά και με πολλές ιστορίες να διηγηθούν σχετικά με τον πολιτισμό, που τα δημιούργησε", δήλωσε στη Guardian ο διευθυντής του Βρετανικού Μουσείου, Neil MacGregor.

Το Ινστιτούτο για τη Μελέτη του Ιράκ αναγκάστηκε να πουλήσει το ένα τρίτο της συλλογής,
προκειμένου να εξασφαλίσει τους απαραίτητους πόρους για τη συνέχιση του ερευνητικού τουέργου. Ωστόσο, έχει κρατήσει ένα μέρος από τα εναπομείναντα αντικείμενα, με την ελπίδα ότι θα κάποια στιγμή θα επιστρέψουν με ασφάλεια στη γενέτειρα τους.

Κείμενο: Χριστίνα Σανούδου