Showing posts with label ΜΟΥΣΕΙΑ. Show all posts
Showing posts with label ΜΟΥΣΕΙΑ. Show all posts

Tuesday, 17 July 2012

Το αρχαίο λυχνάρι έγινε LED

Aπό τα αρχαία λυχνάρια ώς τις σύγχρονες λάμπες εξοικονόμησης ενέργειας και από την ανακάλυψη της φωτιάς ώς τη λατρεία του θεού Ηλιου, το φως πάντοτε διαδραμάτιζε εξαιρετικά σημαντικό ρόλο τόσο στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων ανά την υφήλιο όσο και στην τέχνη, τη φιλοσοφία και τη θρησκεία. Ενα μικρό, αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρον αφιέρωμα στην ιστορία του φωτισμού με τίτλο «Μια ιστορία από φως, στο φως», που ολοκληρώθηκε πρόσφατα στο Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας-Θράκης στη Θεσσαλονίκη, φιλοξενεί ώς τον Σεπτέμβριο η «Τεχνόπολις» του Δήμου Αθηναίων.

Στο ίδιο διάστημα, το Μουσείο της Ακρόπολης αναδεικνύει με ειδική σήμανση εκθέματα από τη μόνιμη συλλογή του, που αφηγούνται μικρές «ιστορίες για το φως» – όπως τα άρματα του Ηλίου και της Σελήνης στη σκηνή της γέννησης της Αθηνάς, που κοσμεί το ανατολικό αέτωμα του Παρθενώνα ή ο περίτεχνος χάλκινος λύχνος από το Ερέχθειο, σε σχήμα πολεμικού πλοίου και με τη φράση «ιερόν της Αθηνάς» χαραγμένη στη δεξιά πλευρά του.

Η μεταφορά της έκθεσης στο παλαιό εργοστάσιο φωταερίου έγινε με πρωτοβουλία της διοίκησης της «Τεχνόπολις» και αποτελεί προάγγελο του Βιομηχανικού Μουσείου Φωταερίου, που αναμένεται να είναι έτοιμο στο τέλος του χρόνου. Ο συσχετισμός είναι προφανής, καθώς η πρωταρχική χρήση του φωταερίου στην Αθήνα ήταν ο φωτισμός, «γεγονός που άλλαξε ριζικά τη ζωή της πόλης», εξηγεί η Μαρία Φλώρου, αρχαιολόγος, μουσειολόγος και υπεύθυνη του τομέα του υπό διαμόρφωση μουσείου. Πλέον, οι δημόσιοι δρόμοι φωτίζονταν το βράδυ, διευκολύνοντας την κυκλοφορία, και οι βιομηχανίες είχαν τη δυνατότητα να λειτουργούν με διπλές βάρδιες, αυξάνοντας την παραγωγή.

Πέρα από τις αναφορές στην «επανάσταση» που έφερε ο ηλεκτροφωτισμός και η αξιοποίηση των ορυκτών καυσίμων κατά τον 19ο αιώνα, μεγάλο μέρος των εκθεμάτων προέρχεται από τη βυζαντινή περίοδο, ενώ τα κενά στην αφήγηση αναπληρώνονται με ενημερωτικά κείμενα, φωτογραφίες και ένα βίντεο για τις μεθόδους αφής και διατήρησης της φωτιάς. Η εστίαση στο Βυζάντιο σχετίζεται αφενός με τον ρόλο του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού ως συνδιοργανωτή της έκθεσης και αφετέρου με το γεγονός ότι τα ευρήματα αυτής της εποχής σώζονται σε μεγαλύτερη αφθονία και καλύτερη κατάσταση από τα προγενέστερα.

Εξάλλου, οι τεχνολογίες τεχνητού φωτισμού δεν διαφοροποιήθηκαν σημαντικά με το πέρασμα από τους αρχαίους στους βυζαντινούς χρόνους: η χρήση των λυχναριών παρέμεινε ιδιαίτερα διαδεδομένη, ενώ η σημαντικότερη καινοτομία της εποχής ήταν «οι γυάλινες καντήλες, η κατασκευή των οποίων κατέστη δυνατή με την τοποθέτηση του φιτιλιού στο κέντρο του σκεύους», υπογραμμίζει η Ελένη Μπίντση, που υπογράφει τη μουσειολογική μελέτη της έκθεσης στο Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο μαζί με τον Ιωάννη Μότσιανο και τον Ζήση Σκαμπάλη. Διαδεδομένη ήταν πλέον και η χρήση του κεριού, το οποίο είχε αναγνωριστεί ως καύσιμη ύλη ήδη από τη μινωική περίοδο, αλλά δεν χρησιμοποιήθηκε ευρέως πριν από την ύστερη αρχαιότητα.

Υπάρχουν, ωστόσο, και άλλοι λόγοι που καθιστούν το Βυζάντιο σημείο-σταθμό για όσους ασχολούνται σε βάθος με την ιστορία του φωτισμού, υποστηρίζει ο καθηγητής Αρχιτεκτονικής Ιάκωβος Ποταμιάνος. Μολονότι «λάτρευαν το φως», οι καλλιτέχνες και οι αρχιτέκτονες στην Ελλάδα των κλασικών χρόνων γνώριζαν ότι το «σκληρό» μεσογειακό φως «κατέστρεφε τις μορφές των κτιρίων κάνοντάς τις να φαίνονται επίπεδες». Ετσι, «ανακάλυψαν τρόπους να φέρνουν το φως στη σκιά» – χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι ραβδώσεις στους δωρικούς κίονες.

Κατά τους βυζαντινούς χρόνους, η ενασχόληση με το φως πέρασε σε άλλο επίπεδο εξέλιξης, καθώς ο «ενθουσιασμός με τη μορφή» έδωσε σταδιακά τη θέση του «στον ενθουσιασμό για τον χώρο ως κάτι εφάμιλλο με την έννοια του Θείου». Σε αντίθεση με τους αρχαίους ναούς, οι βυζαντινές εκκλησίες δίνουν έμφαση στην άυλη διάσταση του χώρου και του φωτός.

Με πλήθος επιστημονικών δημοσιεύσεων και ανακοινώσεων σχετικά με το φως και τις χρήσεις του στο βιογραφικό του, ο κ. Ποταμιάνος σήμερα είναι διευθυντής ενός νέου μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών για τον φωτισμό στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Εχοντας ενδιαφερθεί για το φως και τις χρήσεις του από τα φοιτητικά του χρόνια στις ΗΠΑ, άρχισε να μελετά κείμενα αρχαίων συγγραφέων, όπως του μεγάλου Αλεξανδρινού μηχανικού Ηρωνα και του νεοπλατωνιστή φιλόσοφου Πλωτίνου, όπου υπάρχουν αναφορές τόσο για την κατασκευή συστημάτων φωτισμού -συχνά εξαιρετικά προηγμένων, με τη χρήση κατόπτρων- όσο και για τη συμβολική αξία του φωτός στη φιλοσοφία.

Μεταξύ άλλων, διδάσκει φωτισμό ιστορικών κτιρίων στο ΑΠΘ, όπου κατέχει τον τίτλο του αναπληρωτή καθηγητή της Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής και της Ψυχολογίας της Αντίληψης, ενώ το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει ένα βιβλίο για το φως στη βυζαντινή εκκλησία. Πεπεισμένος ότι, ακόμα και στις μέρες μας, η αρχιτεκτονική δεν έχει φτάσει στο επίπεδο των βυζαντινών μαστόρων, διερευνά πώς οι τεχνικές για τη δημιουργία της κατανυκτικής ατμόσφαιρας στους βυζαντινούς ναούς θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν σε σύγχρονα κτίρια.

«Με ένα πνευματικό άλμα, ο άνθρωπος συλλαμβάνει κάτι το ασύλληπτο, την άυλη διάσταση του χώρου. Αυτό για μένα είναι μια εξαιρετική κατάσταση του ανθρώπινου νου», υπογραμμίζει. Αργότερα, καθώς η δύναμη του Βυζαντίου εξασθενεί, η αισθητική αλλάζει και οι υποφωτισμένες μεσοβυζαντινές εκκλησίες δεν διαφέρουν πολύ από τις σύγχρονες. Πλέον, «το φως σταλάζει, δεν πλημμυρίζει τον ναό», καταλήγει.

Η έκθεση «Μια ιστορία από το φως στο φως», που διοργανώθηκε σε συνεργασία με μουσεία, εφορείες αρχαιοτήτων, ερευνητικά κέντρα και ιδιώτες από όλη την Ελλάδα, περιλαμβάνει μία ενότητα αφιερωμένη στις διαφορετικές θρησκευτικές παραδόσεις της Θεσσαλονίκης -το Ισλάμ, τον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό-, αναδεικνύοντας τόσο τη συμβολική διάσταση του φωτός στις τρεις θρησκείες, όσο και τα χαρακτηριστικά φωτιστικά σκεύη των τόπων λατρείας.

Η επόμενη ενότητα εστιάζει στην «επανάσταση» που έφερε η χρήση των ορυκτών καυσίμων στον φωτισμό, με αναφορές στον δημόσιο φωτισμό της Αθήνας, με την ίδρυση του εργοστασίου φωταερίου το 1857, καθώς και την επινόηση του ηλεκτρικού λαμπτήρα στα τέλη του 19ου αιώνα.

Τέλος, η εξέλιξη της τεχνολογίας του φωτισμού στον 21ο αιώνα μετουσιώνεται σε μία πρωτότυπη διαδραστική εγκατάσταση με την υπογραφή της εικαστικής ομάδας φωτισμού «BEFORELIGHT», που ενθαρρύνει τους επισκέπτες να πειραματιστούν με τις δυνατότητες του φωτός, δημιουργώντας τη δική τους φωτιστική σύνθεση.  

ΚΕΙΜΕΝΟ: Χριστίνα Σανούδου
Copyright: http://www.kathimerini.gr

Sunday, 29 May 2011

Όταν τα σχολεία γίνονται μουσεία...

Εκεί που κάποτε ηχούσαν παιδικές φωνές, τώρα ακούγεται ένας απόκοσμος θρήνος. Σκοπός του νέου Μουσείου Τσόκλη, στο παλιό δημοτικό σχολείο του Κάμπου στην Τήνο, δεν είναι βέβαια να καταθλίψει τους επισκέπτες, ούτε να τους θυμίσει πως η μέση ηλικία του ντόπιου πληθυσμού ακολουθεί σταδιακά ανοδική πορεία.

Ωστόσο, η «Απρονοησία του Προμηθέα» -η πρόσφατη, υποβλητική εγκατάσταση του γνωστού εικαστικού- κατορθώνει να διεισδύσει στα ενδότερα της σκέψης ακόμα και των πεισματικά αισιόδοξων, θέτοντας βαθιά αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με τη φύση του ανθρώπου και το μέλλον της ανθρωπότητας. Ενα σύμπλεγμα από ζωγραφική, βίντεο και μεγάλους καθρέφτες, το έργο δημιουργεί την εντύπωση ότι ολόκληρη η αίθουσα φλέγεται και όσοι εισέρχονται βρίσκονται εν μέσω μιας πυρκαγιάς, ενώ ο ήχος κλάματος στο βάθος είναι σχεδόν ανατριχιαστικό.

Εμφανώς επηρεασμένη από την αγριότητα των καιρών μας, αλλά και από γεγονότα του πρόσφατου παρελθόντος, όπως οι πυρκαγιές του 2007, η εγκατάσταση αναδεικνύει τη διττή φύση της φωτιάς «που ζεσταίνει και γοητεύει αλλά ταυτόχρονα μπορεί να φέρει την καταστροφή», εξηγεί η καλλιτεχνική σύμβουλος του Μουσείου, Ευρυδίκη Τρισόν-Μιλσανή.

«Ο Τσόκλης είναι ένας καλλιτέχνης που θέλει να εντυπωσιάζει, θέλει να συγκινεί. Και χρησιμοποιεί όλα τα μέσα για να το επιτύχει», προσθέτει. Οι σταυροί στους τοίχους μπορεί να συμβολίζουν «τον θάνατο, τον πόλεμο ή και τη σταύρωση της ίδιας της δημιουργικής διαδικασίας», όμως το έργο παραμένει ανοιχτό προς ερμηνεία, κι αυτό που υπερισχύει τελικά είναι το συναίσθημα, όχι οι λογικές ερμηνείες.

O ίδιος ο δημιουργός, πάντως, αρνείται να αναλάβει τον ρόλο του κριτή -ή του επικριτή- των κοινωνικών εξελίξεων. Οι καλλιτέχνες «δεν θα γίνουν ποτέ μαριονέτες, ούτε θα ικανοποιήσουν τις φαντασιώσεις όσων τόσο καιρό μας αγνοούσαν», τονίζει εμφατικά. «Οι καλλιτέχνες είμαστε παρατηρητές. Δεν κρίνουμε. Και τα καλά και τα κακά είναι εξίσου ενδιαφέροντα για μας».

Το κλίμα είναι σαφώς λιγότερο βαρύ στην πρώτη αίθουσα του Μουσείου, όπου κυριαρχεί η σειρά πολύχρωμων πορτρέτων των φίλων του Τσόκλη σε φυσικό μέγεθος, με τίτλο «Οι Αγιοι Φίλοι μου». Εν τούτοις, και εδώ υπάρχει μια αδιόρατη υπενθύμιση της ανθρώπινης θνητότητας, αφού πολλοί από τους απεικονιζόμενους έχουν πια φύγει από τη ζωή. «Είμαι σχεδόν ο μόνος εν ζωή καλλιτέχνης της γενιάς του ’60», αναγνωρίζει ο εικαστικός. «Υπήρξαμε κι εμείς ανάμεσα στις διεθνείς πρωτοπορίες», συνεχίζει, διευκρινίζοντας ότι κύριος στόχος του Μουσείου είναι «να αποκατασταθεί μια αλήθεια» σχετικά με την αξία αυτής της εικαστικής γενιάς, η οποία «δεν έχει γίνει ακόμα κατανοητή».
Δίπλα στην είσοδο του λιτού, αλλά κομψού οικοδομήματος, που επεκτάθηκε και διαμορφώθηκε σε σχέδια του αρχιτέκτονα Μάνου Περράκη, δεσπόζει ο Αγιος Γεώργιος, απαθανατισμένος τη στιγμή που καμακώνει έναν αστραφτερό μεταλλικό δράκο. Το Μουσείο διαθέτει ήδη μια μόνιμη συλλογή 45 έργων -δωρεά του Κώστα Τσόκλη στον τόπο που πλέον θεωρεί δεύτερη πατρίδα του- και είναι αποτέλεσμα μιας πρωτοβουλίας του δημάρχου Τήνου, Παναγιώτη Κροντηρά, ο οποίος φιλοδοξεί να μετατρέψει όλα τα άδεια σχολεία του νησιού σε χώρους πολιτισμού και δημιουργίας. «Τα σχολεία κλείνουν, και δεν αντέχουμε να τα βλέπουμε κλειστά», υπογραμμίζει.

Στο άμεσο μέλλον αναμένεται να ολοκληρωθούν τα Μουσεία Τηνιακής Φωτογραφίας και Γελοιογραφίας στα σχολεία Αγάπης και Φαλατάδου, τα οποία έρχονται να προστεθούν στο σύνολο 15 περίπου μικρών και μεσαίου μεγέθους Μουσείων του νησιού - ανάμεσά τους, τα Μουσεία Γιαννούλη Χαλεπά, Τηνίων Καλλιτεχνών, Μαρμαροτεχνίας και Αγγειοπλαστικής, καθώς και το Αρχαιολογικό Μουσείο Τήνου.

Κατά μία έννοια, τα ολοένα αυξανόμενα πολιτιστικά ιδρύματα αναβαθμίζουν την ποιότητα ζωής όσων μένουν μόνιμα στο νησί και συμβάλλουν στην πληρέστερη εκπαίδευση των λιγοστών εναπομείναντων μαθητών. Το Μουσείο Τσόκλη, για παράδειγμα, διοργανώνει πλήθος εκπαιδευτικών εργαστηρίων και άλλων παράλληλων δράσεων, ενώ άνοιξε ήδη τις πύλες του σε 60 εκπαιδευτικούς της Τήνου με στόχο να τους μυήσει στα μυστικά της σωστής καλλιτεχνικής διαπαιδαγώγησης. Οταν, όμως, τα παιδιά του νησιού επιστρέψουν ξανά στα θρανία, το ίδρυμα θα ετοιμάζεται να κλείσει και θα παραμείνει κλειστό για ολόκληρη τη σχολική χρονιά.

Η λειτουργία δώδεκα μήνες τον χρόνο δεν είναι βιώσιμη επιλογή για τα περισσότερα δημοτικά ή δημόσια τοπικά μουσεία, δεδομένου ότι απευθύνονται κυρίως στους παραθεριστές και άρα έχουν έσοδα μόνο το καλοκαίρι. Χαρακτηριστικά, οι πόροι για τη συντήρηση του Μουσείου Τσόκλη θα προέρχονται από το ομώνυμο δημοτικό ίδρυμα και από την ίδια την οικογένεια Τσόκλη, η οποία επωμίστηκε και μέρους του κόστους ανέγερσης του κτιρίου. «Το συνολικό κόστος έχει μέχρι στιγμής ξεπεράσει τα 750.000 ευρώ. Από αυτά, τα 350.000 προήλθαν από το πρόγραμμα Θησέας», αναφέρει ο δήμαρχος.

Αν όμως τα τοπικά μουσεία ανοίγουν μόνο τρεις μήνες τον χρόνο, τότε ο πραγματικός λόγος της ύπαρξής τους δεν είναι η παροχή ποιοτικών διεξόδων αναψυχής στους κατοίκους της περιφέρειας, αλλά η προσέλκυση επισκεπτών από το εξωτερικό και τις ελληνικές μεγαλουπόλεις. Μέχρι στιγμής, κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να έχει αποτέλεσμα στη χώρα μας, όπου από τη δεκαετία του 1970 παρατηρείται μια ραγδαία αύξηση στον αριθμό των τοπικών μουσείων.

«Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους τουριστικούς προορισμούς, αξίζει να σημειωθεί ότι η εικόνα της προς τις αγορές τουρισμού είναι αποπροσανατολισμένη από το πολιτιστικό της περιεχόμενο και εστιασμένη στο φυσικό της πλούτο, τις παραλίες και τα νησιά της», αναφέρεται στο πόρισμα της έρευνας, που πραγματοποίησε επιστημονική ομάδα από το ΤΕΙ Αθήνας και το Πανεπιστήμιο Αθηνών σε 51 περιφερειακά μουσεία της χώρας το 2006.

«Παρά λοιπόν την αυξητική κίνηση του τουρισμού στη χώρα μας την τελευταία δεκαετία, η κίνηση σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους δεν παρουσιάζει τις ίδιες τάσεις, γεγονός που αποδεικνύεται τόσο από τις εισπράξεις των μουσείων όσο και τον αριθμό επισκεπτών σε αυτά τα τελευταία έτη».

Όλα αυτά βέβαια δεν επηρεάζουν την εμπειρία του επισκέπτη στο Μουσείο Τσόκλη ούτε μειώνουν την αξία των έργων, που φέρουν την υπογραφή ενός από τους σημαντικότερους εν ζωή Ελληνες καλλιτέχνες. Μόνο έπαινοι αρμόζουν σε μια δημοτική αρχή που επιλέγει να μετατρέψει τα άδεια σχολεία σε κέντρα πολιτισμού, και όχι σε τουριστικές μονάδες. Ωστόσο, αυτό που πραγματικά θα ισοδυναμεί με πνοή φρέσκου αέρα για το νησί θα είναι να ακουστούν ξανά φωνές παιδιών στις έρημες σχολικές αίθουσες.

Κείμενο: Χριστίνα Σανούδου

Wednesday, 9 March 2011

Ασσυριακοί θησαυροί δια πυρός και...Αγκάθας Κρίστι

Θάφτηκαν στα ερείπια της αρχαίας Νιμρούντ όταν λεηλατήθηκε από τους Μήδους και τους Πέρσες πριν 2,600 χρόνια, ήρθαν στο φως στα τέλη της δεκαετίας του 1940 υπό την επίβλεψη του Βρετανού αρχαιολόγου Μαξ Μάλοουαν, καθαρίστηκαν με μια μάλλον αντισυμβατική μέθοδο από τη σύζυγο του, Αγκάθα Κρίστι, και παρέμειναν μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας για περισσότερο από τέσσερις δεκαετίες.

Την επόμενη εβδομάδα, οι 6.000 σκαλιστοί θησαυροί από ελεφαντόδοντο, που κάποτε κοσμούσαν τα περίτεχνα έπιπλα του παλατιού της Ασσυριακής πρωτεύουσας, θα παρουσιαστούν για πρώτη φορά στο ευρύ κοινό, χάρη στη γενναιοδωρία 1800 φίλων του Βρετανικού Μουσείου. Με τη βοήθεια τους, το Μουσείο κατόρθωσε να συγκεντρώσει το συνολικό ποσό του 1,4 εκ. ευρώ που χρειαζόταν για να αγοράσει το ένα τρίτο της μοναδικής συλλογής από το βρετανικό Ινστιτούτο για τη Μελέτη του Ιράκ.

O Μαξ Μάλοουαν, δεύτερος σύζυγος της- κατά δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερης του- Αγκάθα Κρίστι, πραγματοποίησε ανασκαφές στη Νιμρούντ, στο σημερινό βόρειο Ιράκ, από το 1949 μέχρι το 1963. Λάτρης της περιπέτειας, η Αγγλίδα συγγραφέας τον συνόδευε πάντα στις αποστολές, πεπεισμένη ότι ένας αρχαιολόγος είναι ιδανικός σύζυγος, αφού "θα θεωρεί ότι η γυναίκα του γίνεται πιο όμορφη και ενδιαφέρουσα καθώς γερνάει". Ευτυχώς, δεν προκάλεσε επιπλέον βλάβη στα εύθραυστα κομψοτεχνήματα, όταν επιχείρησε να εξαφανίσει από πάνω τους τα σημάδια πυρκαγιάς χρησιμοποιώντας...την ακριβή κρέμα προσώπου της.

Τα χιλιάδες μικροσκοπικά διακοσμητικά απο ελεφαντοστό- ορισμένα μόλις σε μέγεθος κουμπιού-αναπαριστούν σφίγγες, λιοντάρια, ερπετά και λουλούδια, ενώ κάποτε ήταν επενδεδυμένα με χρυσό και πολύτιμα πετράδια. Μάλιστα, κάποια από αυτά φέρουν παράξενα σκαλίσματα, που δεν αποκλείεται να ήταν αρχαίες οδηγίες συναρμολόγησης επίπλων.

Οι μελετητές εκτιμούν ότι γλίτωσαν από την καταστροφή του 612 π.Χ. επειδή δεν ήταν πια στη μόδα και είχαν ήδη μεταφερθεί στις αποθήκες του παλατιού. "Είναι εκπληκτικά αντικείμενα- όχι μόνο εντυπωσιακά όμορφα, αλλά και με πολλές ιστορίες να διηγηθούν σχετικά με τον πολιτισμό, που τα δημιούργησε", δήλωσε στη Guardian ο διευθυντής του Βρετανικού Μουσείου, Neil MacGregor.

Το Ινστιτούτο για τη Μελέτη του Ιράκ αναγκάστηκε να πουλήσει το ένα τρίτο της συλλογής,
προκειμένου να εξασφαλίσει τους απαραίτητους πόρους για τη συνέχιση του ερευνητικού τουέργου. Ωστόσο, έχει κρατήσει ένα μέρος από τα εναπομείναντα αντικείμενα, με την ελπίδα ότι θα κάποια στιγμή θα επιστρέψουν με ασφάλεια στη γενέτειρα τους.

Κείμενο: Χριστίνα Σανούδου

Monday, 28 February 2011

Άγρια...σεξουαλικότητα: Όταν το ντοκιμαντέρ φλερτάρει με την πορνογραφία

Όταν ένα ιστορικό μουσείο παρουσιάζει ένα αφιέρωμα στον φυσικό κόσμο, το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να διέπεται από τη σοβαρότητα που συνήθως χαρακτηρίζει το επιστημονικό έργο. Ωστόσο, οι επισκέπτες στην νέα περιοδική έκθεση του λονδρέζικου Μουσείου Φυσικής Ιστορίας θα δυσκολευτούν αρκετά να διατηρήσουν σοβαρές εκφράσεις στα πρόσωπα τους, αφού οι προκλητικές φωτογραφίες και τα ολοζώντανα φιλμ, που κοσμούν τις υποβλητικά φωτισμένες αίθουσες ισορροπούν κάπου ανάμεσα στο ντοκιμαντέρ και την...πορνογραφία.

Η διαδικασία επιλογής συντρόφου και αναπαραγωγής διαφόρων θηλαστικών, πτηνών, ερπετών και εντόμων αποτελεί τον κεντρικό θεματικό άξονα της έκθεσης Sexual Nature, που άνοιξε στις 11 Φεβρουαρίου και θα διαρκέσει ως τον ερχόμενο Οκτώβριο. «Αφήστε προκαταλήψεις και ηθικούς φραγμούς στην είσοδο», προειδοποιούν οι διοργανωτές, υπενθυμίζοντας ότι η σεξουαλική ζωή στη φύση δεν υπόκειται σε ανθρώπινους κώδικες συμπεριφοράς.


Η μαζική γονιμοποίηση των κοραλλιών, το εντυπωσιακό πτέρωμα, με το οποίο τα αρσενικά παραδείσια πουλιά προσπαθούν να αποπλανήσουν τα θηλυκά, το χαρέμι του μεγαλόσωμου γορίλα Guy- διάσημου ενοίκου του ζωολογικού κήπου του Λονδίνου μέχρι το θάνατο του, το 1978-, το παράξενο ερωτικό παιχνίδι των ρωμαϊκών σαλιγκαριών, αλλά και η φαινομενικά ακόρεστη λίμπιντο των χιμπατζήδων μπονόμπο δεν είναι παρά ελάχιστες από τις ιεροτελεστίες, στις οποίες θα έχουν την ευκαιρία να μυηθούν οι επισκέπτες της σκανδαλιστικής έκθεσης.

Σημαντικό μέρος του οπτικοακουστικού υλικού και των δειγμάτων από τη μόνιμη συλλογή του Μουσείου βλέπει τα φώτα της δημοσιότητας για πρώτη φορά. Την εκτενή παρουσίαση συμπληρώνει η χιουμοριστική όσο και αποκαλυπτική σειρά ταινιών μικρού μήκους της Isabella Rossellini με τίτλο «Πράσινο πορνό: Αποπλάνησε με» και πρωταγωνιστές πάπιες, σολομούς, αράχνες, πυγολαμπίδες και άλλα «αστέρια» του ζωικού βασιλείου.

Στο πλαίσιο της διοργάνωσης, το Μουσείο φιλοξενεί ανοιχτές συζητήσεις με τους ειδικούς σε ζητήματα φυσικής επιλογής, έλξης και σεξουαλικότητας, που έχουν ως στόχο να μας θυμίσουν πόσο (λίγο) διαφέρουμε από τα υπόλοιπα είδη ζωής.

H έκθεση απευθύνεται σε άτομα άνω των 16 ετών, χωρίς όμως να απαγορεύεται η είσοδος σε παιδιά, εφ’ όσων συνοδεύονται από ενηλίκους.


Κείμενο: Χριστίνα Σανούδου

Friday, 11 February 2011

Ένα μουσείο αναγεννάται απ' τις στάχτες του

Την ώρα που Aιγύπτιοι στρατιώτες και ομάδες εθελοντών παραμένoυν σε επιφυλακή έξω από το Mουσείο του Καΐρου, προστατεύοντας τα πολύτιμα εκθέματα από επίδοξους ληστές και βανδάλους, ένα άλλο μουσείο της Mέσης Aνατολής ετοιμάζεται να ανοίξει ξανά τις πύλες του για πρώτη φορά μετά το αιφνίδιο κλείσιμο του, στα τέλη του 2002.

Επίσημοι προσκεκλημένοι ξεναγήθηκαν στο
Μουσείο του Ιρακ τον Φεβρουάριο του 2009
Mολονότι επίσημα λειτουργεί από το Φεβρουάριο του 2009, το Eθνικό Mουσείο του Iράκ, στη Bαγδάτη, παραμένει εκτός πρόσβασης για το ευρύ κοινό εδώ και σχεδόν μία δεκαετία. Tα τελευταία δύο χρόνια, τμήμα της πλούσιας αρχαιολογικής συλλογής, που περιλαμβάνει τεκμήρια ενός από τους αρχαιότερους πολιτισμούς στον κόσμο, είχαν την ευκαιρία να επισκεφθούν αποκλειστικά ομάδες διπλωματών και επισήμων προσκεκλημένων. Tο κτίριο είχε παραμείνει κλειστό και κατά τη διάρκεια του Πολέμου του Kόλπου, από το 1991 ως το 2000, με αποτέλεσμα μια ολόκληρη γενιά Iρακινών να έχει μεγαλώσει ουσιαστικά αποκομμένη από την πολιτιστική της κληρονομιά.

Σύμφωνα με την μηνιαία εφημερίδα Τεχνών The Art Newspaper, οι εργασίες αποκατάστασης των 26 αιθουσών συνεχίζονται πυρετωδώς με στόχο να είναι έτοιμες μέσα στον Mάρτιο. Οι πόροι για την συντήρηση της συλλογής και την ανακαίνιση του κτιρίου προήλθαν εν μέρει από χορηγίες της των HΠA και της Iταλίας. Παρά τις πιέσεις της Iρακινής κυβέρνησης, η διευθύντρια του Mουσείου, Amira Edan, αρνήθηκε να δώσει τη συγκατάθεση της για την παράδοση του στο κοινό πριν ολοκληρωθεί η εγκατάσταση προηγμένων συστημάτων ασφαλείας.

Αμερικανοί στρατιώτες έξω από το
Μουσείο της Βαγδάτης το 2003
Για τη λεηλασία των αρχαιοτήτων ευθύνεται σε μεγάλο η αμερικανική εισβολή στο Iράκ, η οποία βύθισε τη χώρα στο χάος. Ωστόσο, οι εισβολείς του Mουσείου, οι οποίοι απομάκρυναν βίαια περίπου 15 χιλιάδες αρχαία αντικείμενα, δεν ήταν Aμερικανοί αλλά Iρακινοί. Οι αρχαιοκάπηλοι απέκτησαν πρόσβαση στο Mουσείο λίγους μήνες πριν την πτώση του καθεστώτος του Σαντάμ Xουσείν και συνέχισαν σχεδόν ανενόχλητοι τη δράση τους κατά τη διάρκεια των εχρθροπραξιών.

Eυτυχώς, πολλoί από τους κλεμμένους θησαυρούς είτε επιστράφηκαν οικειοθελώς, είτε κατασχέθηκαν στο εξωτερικό. Aνάμεσα τους, το ακέφαλο άγαλμα του Σουμέριου βασιλιά Eντεμένα- ηλικίας 4,4000 ετών-, που κλάπηκε το 2003, και ένα ζευγάρι ακόμα αρχαιότερα σκουλαρίκια από τη Nιμρούντ, τα οποία διασώθηκαν λίγο πριν από μία δημοπρασία των Christie's στη Nέα Yόρκη.

Tο Iράκ και οι Aίγυπτος δεν αποτελούν εξαιρέσεις. Σε περιόδους πολέμων και κοινωνικών αναταραχών, τα μουσεία και τα μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς είναι συχνά ανάμεσα στα πρώτα θύματα, άλλοτε επειδή θεωρούνται κομμάτι μιας ιστορίας που πρέπει να διαγραφεί, και άλλοτε από άγνοια ή αδιαφορία. Tο 1994, οι Tαλιμπάν κατέστρεψαν το κτίριο που στέγαζε το Eθνικό Mουσείο της Καμπούλ και πολλές από τις αρχαιότητες σώθηκαν μόνο χάρη στις προσπάθειες των υπαλλήλων του Mουσείου, οι οποίοι τα έκρυψαν ή φρόντισαν για τη μεταφορά τους στο εξωτερικό.

Oι αρχαιολόγοι υπενθυμίζουν ότι η καταστροφή θησαυρών του παρελθόντος είναι μη αναστρέψιμη- ότι χάνεται, χάνεται οριστικά. Eντούτοις, όσο κάποια από τα εκθέματα είναι δυνατόν να ανακτηθούν ή να συντηρηθούν, ένα Mουσείο μπορεί πάντα να αναγεννηθεί από τις στάχτες του. Tο πιο λαμπρό παράδειγμα είναι το Eθνικό Mουσείο του Λιβάνου στην πολύπαθη Bυτρηττό: Kαθώς βρισκόταν ακριβώς στο σημείο που χώριζε τις δύο μαχόμενες πλευρές κατά τη διάρκεια του εμφυλίου- η τοποθεσία ήταν ευρέως γνωστή ως “το πέρασμα του Mουσείου”- , χρησιμοποιήθηκε για χρόνια ως στρατώνας και υπέστη σοβαρές ζημιές τόσο στο εξωτερικό όσο και το εσωτερικό του.

Το Μουσείο της Βυρηττού σήμερα
Όταν η ειρήνη αποκαταστάθηκε, το 1991, οι υπάλληλοι επέστρεψαν για να βρουν το οικοδόμημα πλημμυρισμένο από τη βροχή, την πρόσοψη διάτρητη από σφαίρες, τους εσωτερικούς τοίχους καλυμμένους με σκόνη και συνθήματα, αλλά και 45 κουτιά γεμάτα αρχαία αντικείμενα, που είχαν καταστραφεί ολοσχερώς κατά τη διάρκεια πυρκαγιάς. Έπειτα από εννέα χρόνια σκληρής δουλειάς, το Mουσείο ήταν έτοιμο να υποδεχτεί ξανά τους επισκέπτες. Σήμερα, αποτελεί ένα πλήρως ανακαινισμένο κομψοτέχνημα, που στεγάζει μοναδικά τεκμήρια έξι χιλιάδων χρόνων ιστορίας και δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τα αρχαιολογικά μουσεία της Eυρώπης.

Φυσικά, όσο προηγμένα και αν είναι τα συστήματα ασφαλείας, δε μπορούν να εγγυηθούν την ασφάλεια εκθεμάτων και επισκεπτών του Mουσείου της Bαγδάτης στην περίπτωση βομβιστικής επίθεσης- όπως αυτή στο γειτονικό υπουργείο εξωτερικών τον Οκτώβριο του '09, που είχε ως αποτέλεσμα να βρουν το θάνατο 59 άτομα και να προκληθούν ελαφρές ζημιές στο κτίριο. Oι συνθήκες που επικρατούν στο Iράκ τον Μάρτιο θα ληφθούν σοβαρά υπόψιν πριν οριστικοποιηθεί η ημερομηνία επαναλειτουργίας του Mουσείου, χωρίς να αποκλείεται και το ενδεχόμενο αναβολής της.

Κείμενο: Χριστίνα Σανούδου