Showing posts with label αρχαιότητα. Show all posts
Showing posts with label αρχαιότητα. Show all posts

Tuesday, 17 July 2012

Το αρχαίο λυχνάρι έγινε LED

Aπό τα αρχαία λυχνάρια ώς τις σύγχρονες λάμπες εξοικονόμησης ενέργειας και από την ανακάλυψη της φωτιάς ώς τη λατρεία του θεού Ηλιου, το φως πάντοτε διαδραμάτιζε εξαιρετικά σημαντικό ρόλο τόσο στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων ανά την υφήλιο όσο και στην τέχνη, τη φιλοσοφία και τη θρησκεία. Ενα μικρό, αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρον αφιέρωμα στην ιστορία του φωτισμού με τίτλο «Μια ιστορία από φως, στο φως», που ολοκληρώθηκε πρόσφατα στο Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας-Θράκης στη Θεσσαλονίκη, φιλοξενεί ώς τον Σεπτέμβριο η «Τεχνόπολις» του Δήμου Αθηναίων.

Στο ίδιο διάστημα, το Μουσείο της Ακρόπολης αναδεικνύει με ειδική σήμανση εκθέματα από τη μόνιμη συλλογή του, που αφηγούνται μικρές «ιστορίες για το φως» – όπως τα άρματα του Ηλίου και της Σελήνης στη σκηνή της γέννησης της Αθηνάς, που κοσμεί το ανατολικό αέτωμα του Παρθενώνα ή ο περίτεχνος χάλκινος λύχνος από το Ερέχθειο, σε σχήμα πολεμικού πλοίου και με τη φράση «ιερόν της Αθηνάς» χαραγμένη στη δεξιά πλευρά του.

Η μεταφορά της έκθεσης στο παλαιό εργοστάσιο φωταερίου έγινε με πρωτοβουλία της διοίκησης της «Τεχνόπολις» και αποτελεί προάγγελο του Βιομηχανικού Μουσείου Φωταερίου, που αναμένεται να είναι έτοιμο στο τέλος του χρόνου. Ο συσχετισμός είναι προφανής, καθώς η πρωταρχική χρήση του φωταερίου στην Αθήνα ήταν ο φωτισμός, «γεγονός που άλλαξε ριζικά τη ζωή της πόλης», εξηγεί η Μαρία Φλώρου, αρχαιολόγος, μουσειολόγος και υπεύθυνη του τομέα του υπό διαμόρφωση μουσείου. Πλέον, οι δημόσιοι δρόμοι φωτίζονταν το βράδυ, διευκολύνοντας την κυκλοφορία, και οι βιομηχανίες είχαν τη δυνατότητα να λειτουργούν με διπλές βάρδιες, αυξάνοντας την παραγωγή.

Πέρα από τις αναφορές στην «επανάσταση» που έφερε ο ηλεκτροφωτισμός και η αξιοποίηση των ορυκτών καυσίμων κατά τον 19ο αιώνα, μεγάλο μέρος των εκθεμάτων προέρχεται από τη βυζαντινή περίοδο, ενώ τα κενά στην αφήγηση αναπληρώνονται με ενημερωτικά κείμενα, φωτογραφίες και ένα βίντεο για τις μεθόδους αφής και διατήρησης της φωτιάς. Η εστίαση στο Βυζάντιο σχετίζεται αφενός με τον ρόλο του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού ως συνδιοργανωτή της έκθεσης και αφετέρου με το γεγονός ότι τα ευρήματα αυτής της εποχής σώζονται σε μεγαλύτερη αφθονία και καλύτερη κατάσταση από τα προγενέστερα.

Εξάλλου, οι τεχνολογίες τεχνητού φωτισμού δεν διαφοροποιήθηκαν σημαντικά με το πέρασμα από τους αρχαίους στους βυζαντινούς χρόνους: η χρήση των λυχναριών παρέμεινε ιδιαίτερα διαδεδομένη, ενώ η σημαντικότερη καινοτομία της εποχής ήταν «οι γυάλινες καντήλες, η κατασκευή των οποίων κατέστη δυνατή με την τοποθέτηση του φιτιλιού στο κέντρο του σκεύους», υπογραμμίζει η Ελένη Μπίντση, που υπογράφει τη μουσειολογική μελέτη της έκθεσης στο Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο μαζί με τον Ιωάννη Μότσιανο και τον Ζήση Σκαμπάλη. Διαδεδομένη ήταν πλέον και η χρήση του κεριού, το οποίο είχε αναγνωριστεί ως καύσιμη ύλη ήδη από τη μινωική περίοδο, αλλά δεν χρησιμοποιήθηκε ευρέως πριν από την ύστερη αρχαιότητα.

Υπάρχουν, ωστόσο, και άλλοι λόγοι που καθιστούν το Βυζάντιο σημείο-σταθμό για όσους ασχολούνται σε βάθος με την ιστορία του φωτισμού, υποστηρίζει ο καθηγητής Αρχιτεκτονικής Ιάκωβος Ποταμιάνος. Μολονότι «λάτρευαν το φως», οι καλλιτέχνες και οι αρχιτέκτονες στην Ελλάδα των κλασικών χρόνων γνώριζαν ότι το «σκληρό» μεσογειακό φως «κατέστρεφε τις μορφές των κτιρίων κάνοντάς τις να φαίνονται επίπεδες». Ετσι, «ανακάλυψαν τρόπους να φέρνουν το φως στη σκιά» – χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι ραβδώσεις στους δωρικούς κίονες.

Κατά τους βυζαντινούς χρόνους, η ενασχόληση με το φως πέρασε σε άλλο επίπεδο εξέλιξης, καθώς ο «ενθουσιασμός με τη μορφή» έδωσε σταδιακά τη θέση του «στον ενθουσιασμό για τον χώρο ως κάτι εφάμιλλο με την έννοια του Θείου». Σε αντίθεση με τους αρχαίους ναούς, οι βυζαντινές εκκλησίες δίνουν έμφαση στην άυλη διάσταση του χώρου και του φωτός.

Με πλήθος επιστημονικών δημοσιεύσεων και ανακοινώσεων σχετικά με το φως και τις χρήσεις του στο βιογραφικό του, ο κ. Ποταμιάνος σήμερα είναι διευθυντής ενός νέου μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών για τον φωτισμό στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Εχοντας ενδιαφερθεί για το φως και τις χρήσεις του από τα φοιτητικά του χρόνια στις ΗΠΑ, άρχισε να μελετά κείμενα αρχαίων συγγραφέων, όπως του μεγάλου Αλεξανδρινού μηχανικού Ηρωνα και του νεοπλατωνιστή φιλόσοφου Πλωτίνου, όπου υπάρχουν αναφορές τόσο για την κατασκευή συστημάτων φωτισμού -συχνά εξαιρετικά προηγμένων, με τη χρήση κατόπτρων- όσο και για τη συμβολική αξία του φωτός στη φιλοσοφία.

Μεταξύ άλλων, διδάσκει φωτισμό ιστορικών κτιρίων στο ΑΠΘ, όπου κατέχει τον τίτλο του αναπληρωτή καθηγητή της Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής και της Ψυχολογίας της Αντίληψης, ενώ το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει ένα βιβλίο για το φως στη βυζαντινή εκκλησία. Πεπεισμένος ότι, ακόμα και στις μέρες μας, η αρχιτεκτονική δεν έχει φτάσει στο επίπεδο των βυζαντινών μαστόρων, διερευνά πώς οι τεχνικές για τη δημιουργία της κατανυκτικής ατμόσφαιρας στους βυζαντινούς ναούς θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν σε σύγχρονα κτίρια.

«Με ένα πνευματικό άλμα, ο άνθρωπος συλλαμβάνει κάτι το ασύλληπτο, την άυλη διάσταση του χώρου. Αυτό για μένα είναι μια εξαιρετική κατάσταση του ανθρώπινου νου», υπογραμμίζει. Αργότερα, καθώς η δύναμη του Βυζαντίου εξασθενεί, η αισθητική αλλάζει και οι υποφωτισμένες μεσοβυζαντινές εκκλησίες δεν διαφέρουν πολύ από τις σύγχρονες. Πλέον, «το φως σταλάζει, δεν πλημμυρίζει τον ναό», καταλήγει.

Η έκθεση «Μια ιστορία από το φως στο φως», που διοργανώθηκε σε συνεργασία με μουσεία, εφορείες αρχαιοτήτων, ερευνητικά κέντρα και ιδιώτες από όλη την Ελλάδα, περιλαμβάνει μία ενότητα αφιερωμένη στις διαφορετικές θρησκευτικές παραδόσεις της Θεσσαλονίκης -το Ισλάμ, τον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό-, αναδεικνύοντας τόσο τη συμβολική διάσταση του φωτός στις τρεις θρησκείες, όσο και τα χαρακτηριστικά φωτιστικά σκεύη των τόπων λατρείας.

Η επόμενη ενότητα εστιάζει στην «επανάσταση» που έφερε η χρήση των ορυκτών καυσίμων στον φωτισμό, με αναφορές στον δημόσιο φωτισμό της Αθήνας, με την ίδρυση του εργοστασίου φωταερίου το 1857, καθώς και την επινόηση του ηλεκτρικού λαμπτήρα στα τέλη του 19ου αιώνα.

Τέλος, η εξέλιξη της τεχνολογίας του φωτισμού στον 21ο αιώνα μετουσιώνεται σε μία πρωτότυπη διαδραστική εγκατάσταση με την υπογραφή της εικαστικής ομάδας φωτισμού «BEFORELIGHT», που ενθαρρύνει τους επισκέπτες να πειραματιστούν με τις δυνατότητες του φωτός, δημιουργώντας τη δική τους φωτιστική σύνθεση.  

ΚΕΙΜΕΝΟ: Χριστίνα Σανούδου
Copyright: http://www.kathimerini.gr

Tuesday, 23 November 2010

Δάνεια, χρέος και έκτακτες εισφορές...2.500 χρόνια πριν

Συνάλλαγμα, τραπεζικές καταθέσεις, όροι δανεισμού- οι έννοιες μπορεί να μοιάζουν σύγχρονες, όμως ήταν κάθε άλλο παρά άγνωστες στους προγόνους μας. Αν και η επινόηση του νομίσματος- στα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ.-, έδωσε σημαντική ώθηση στο εμπόριο και τη βιοτεχνική παραγωγή, έφερε μαζί της και ορισμένα “δεινά”, τα οποία εξακολουθούν να πλήττουν τους ανθρώπους του σήμερα. Ένα από αυτά ήταν τα έντοκα δάνεια, που χορηγούσαν οι τραπεζίτες της εποχής και θεωρούνταν ύστατη λύση ήδη από τους αρχαϊκούς χρόνους, αφού μπορούσαν να οδηγήσουν στη δουλεία όχι μόνο τον οφειλέτη, αλλά και ολόκληρη την οικογένεια του.

Όταν μία πόλη-κράτος αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, αναζητούσε σανίδα σωτηρίας όχι σε γειτονικά κράτη, ούτε βέβαια σε μιας μορφής αρχαίου Δ.Ν.Τ. Οι Αθηναίοι των κλασσικών χρόνων ήταν τόσο συνηθισμένοι με την ιδέα των έκτακτων εισφορών όσο και οι κάτοικοι των σύγχρονων πόλεων, και φυσικά δυσανασχετούσαν εξίσου θερμά . Ωστόσο, τα κράτη της αρχαιότητας είχαν στη διάθεση τους ένα επιπλέον απόθεμα: τα χρυσά και αργυρά λατρευτικά αγάλματα στα ιερά και τους ναούς, που μπορούσαν να μετατραπούν σε νομίσματα εφ' όσων υπήρχε έλλειψη πολύτιμων μετάλλων.

Γύρω στο 407 π.Χ., εν μέσω του Πελοποννησιακού πολέμου, η Αθήνα αναγκάστηκε να λιώσει επτά από τις οκτώ Νίκες του Παρθενώνα καθώς και αναθήματα από την Ακρόπολη. Τα περίπου 17 τάλαντα χρυσού, που συγκεντρώθηκαν, κάλυψαν άμεσες στρατιωτικές ανάγκες και επέτρεψαν στον αθηναϊκό στόλο να θριαμβεύσει στη ναυμαχία των Αργινουσών. Δύο αιώνες αργότερα, ο τύραννος Λαχάρης της Βοιωτίας αφαίρεσε το μέταλλο από το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς, σε μια- μάταιη- προσπάθεια να αντιμετωπίσει την πολιορκία της πόλης από τον Δημήτριο τον Πολιορκητή.

Σημαντικές πληροφορίες για ιστορικά γεγονότα καθώς και πλήθος οικονομικών στοιχείων για το δημόσιο βίο ελληνικών πόλεων και βασιλείων προκύπτουν από τα 160 αρχαία νομίσματα, που παρουσιάζονται για πρώτη φορά στο “Θέατρον” του Κέντρου Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος» από τις 24 Νοεμβρίου και μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου. Πρόκειται για τμήμα της νομισματικής συλλογής του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού, η οποία αριθμεί πάνω από 13.000 νομίσματα από σχεδόν όλες τις περιοχές του αρχαίου ελληνικού κόσμου και περιλαμβάνει την τέταρτη μεγαλύτερη συλλογή νομισμάτων της Μικράς Ασίας παγκοσμίως.

Η εξαιρετικά επίκαιρη έκθεση «Ιστορίες νομισμάτων - Αφηγήσεις πόλεων» επιφυλάσσει στον επισκέπτη ένα ταξίδι στο χώρο και το χρόνο, ενώ παράλληλα μας θυμίζει πως το χρήμα καταλάμβανε κυρίαρχη θέση στην καθημερινή ζωή, χιλιάδες χρόνια πριν την επικράτηση του καπιταλισμού.

Κείμενο: Χριστίνα Σανούδου