Οσο εντυπωσιακή και αν είναι η χιλιοτραγουδισμένη κόκκινη πανσέληνος του Αυγούστου -η προχθεσινή, μάλιστα, ανήκε στην κατηγορία των λεγόμενων «μπλε» φεγγαριών, αφού επρόκειτο για την τρίτη από τις τέσσερις πανσελήνους μιας εποχής σε μια χρονιά με 13 σεληνιακούς κύκλους-, για τους αστρονόμους η σελήνη αποτελούσε ανέκαθεν ένα είδος... φωτορρύπανσης, καθώς η λάμψη της «έσβηνε» τα αστέρια και τα υπόλοιπα ουράνια σώματα, εμποδίζοντας τις αστρονομικές παρατηρήσεις.
Στις μέρες μας, βέβαια, όσοι απολαμβάνουν να περνούν τις καλοκαιρινές νύχτες κοιτάζοντας το νυχτερινό ουρανό, έχουν πολύ περισσότερα εμπόδια να αντιμετωπίσουν.
Ακόμα και έξω από τα όρια των σχεδόν πάντοτε υπερβολικά φωταγωγημένων πόλεων -όρια που έχουν διευρυνθεί ανεξέλεγκτα τις τελευταίες δεκαετίες-, τα πραγματικά σκοτεινά σημεία περιορίζονται στις πιο απομακρυσμένες περιοχές, τα αραιοκατοικημένα νησιά και τις κορυφές των βουνών.
Το καλοκαίρι, το πρόβλημα γίνεται ακόμα εντονότερο, όχι μόνο επειδή μεγάλο μέρος του αστικού πληθυσμού μετακινείται προς την ύπαιθρο, αλλά εξαιτίας της ιδιαίτερα διαδεδομένης συνήθειας των κατοίκων της πόλης να μεταφέρουν τη φωτορρύπανση και στους τόπους των διακοπών τους.
Ετσι, οι εξοχικές κατοικίες εξοπλίζονται με προβολείς, που ενίοτε δεν φωτίζουν καν τα ίδια τα σπίτια, αλλά τους δρόμους, τα γειτονικά οικόπεδα ή τις παραλίες, κατά κανόνα με πρόσχημα την προστασία από επίδοξους διαρρήκτες, ενώ ακόμα και «φυσιολάτρες» κατασκηνωτές κουβαλούν μαζί τους φωτιστικά δυσανάλογα μεγάλης ισχύος, με αποτέλεσμα να διαταράσσουν όχι μόνο τις παρατηρήσεις των ερασιτεχνών αστρονόμων, αλλά και τη ζωή της πανίδας κάθε περιοχής.
Μολονότι η Ελλάδα δεν βρίσκεται στις πρώτες θέσεις των χωρών με την υψηλότερη φωτορρύπανση, αυτό μάλλον οφείλεται περισσότερο στο κόστος του ηλεκτρικού ρεύματος και λιγότερο στην ανύπαρκτη σχετική νομοθεσία ή την περιβαλλοντική συνείδηση των κατοίκων της.
Ισως η μόνη αντίφαση έγκειται στο ότι τα πλήθη, που συρρέουν μαζικά στις εκδηλώσεις για την αυγουστιάτικη πανσέληνο, τον υπόλοιπο χρόνο προτιμούν τους λαμπτήρες από το φως των αστεριών.
Κείμενο: Χριστίνα Σανούδου
Copyright:www.kathimerini.gr
Friday, 23 August 2013
Tuesday, 16 July 2013
Ριψοκίνδυνοι επισκέπτες των Μετεώρων
Αιώνες πριν ταυτιστούν με τα βυζαντινά μοναστήρια τους, τα Μετέωρα ενέπνεαν τους τολμηρούς και ίσως πρόσφεραν ένα ύστατο καταφύγιο στους απελπισμένους, που πιθανολογείται ότι σκαρφάλωναν στους βράχους για να προφυλαχθούν από εχθρικές επιδρομές.
Μολονότι κανένας δεν γνωρίζει με ακρίβεια πότε οι πρώτοι ασκητές εγκαταστάθηκαν στους επιβλητικούς ογκόλιθους -ενδεχομένως τον 12ο αιώνα ή και αρκετά νωρίτερα-, το σίγουρο είναι πως έπρεπε να φέρουν εις πέρας μία τρομερή δοκιμασία.
Φυσικά, όσοι τα κατάφερναν θα πρέπει να ανακάλυπταν πως η πραγματική δοκιμασία είχε μόλις ξεκινήσει, αφού οι δυσπρόσιτες σπηλιές, που χρησιμοποιούσαν ως σκήτες, τους καταδίκαζαν σε σχεδόν απόλυτη απομόνωση.
Αυτοσχέδιες ξυλόσφηνες και σιδερένιοι πάσσαλοι σε δυσθεώρητα ύψη μαρτυρούν πως ούτε η ίδρυση των βυζαντινών μονών, τον 14ο αιώνα, θα ήταν εφικτή αν κάποιοι δεν ανέβαιναν στις βραχώδεις ορθοπλαγιές χωρίς καμία τεχνική βοήθεια, επιτρέποντας στους επόμενους να ακολουθήσουν χρησιμοποιώντας ανεμόσκαλες ή δίχτυα. Ακόμα μεγαλύτερο θαυμασμό προκαλεί ο θρύλος σχετικά με τον βαρύ μεταλλικό σταυρό, που λέγεται ότι τοποθετήθηκε στην κορυφή του μονολίθου «Αγιο Πνεύμα», ύψους 300 μέτρων, το 1348, κατόπιν εντολής του Σέρβου αυτοκράτορα Στέφανου Δουσάν.
Η διάνοιξη μονοπατιών αρχικά και δρόμων μεταγενέστερα διευκόλυνε τον ανεφοδιασμό μονών, καθιστώντας δυνατή την πρόσβαση όλων ανεξαιρέτως σε αρκετούς από τους υψηλότερους βράχους, ελάχιστα όμως μείωσε την αίσθηση δέους, που προκαλεί η θέα των Μετεώρων ακόμα και στους λιγότερο ευσυγκίνητους επισκέπτες.
Οι πιο ριψοκίνδυνοι εξακολουθούν να τα αντιμετωπίζουν ως αστείρευτη πηγή έμπνευσης για εγχειρήματα που υπερβαίνουν τα ανθρώπινα όρια. Η τοπική κοινωνία έχει πια εξοικειωθεί με τους εκατοντάδες αναρριχητές από όλο τον κόσμο, που καταφθάνουν κάθε χρόνο για να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους στις περισσότερες από 700 «διαδρομές» όλων των βαθμών δυσκολίας, προσεγγίζοντας έως και τα 500 μέτρα ύψος. Πιο αραιές, αλλά όχι ασυνήθιστες είναι οι εμφανίσεις αεροπτεριστών και αλεξιπτωτιστών πλαγιάς.
Ενα εντελώς καινούργιο και απρόσμενο θέαμα επιφυλάσσει σε κατοίκους και επισκέπτες ο Joakim Sommer, ο οποίος μέσα στο καλοκαίρι θα διασχίσει τον ουρανό πάνω από τους Μετεωριτικούς βράχους, φορώντας το wingsuit του.
Η ειδική «στολή με φτερά» μειώνει την ταχύτητα της ελεύθερης πτώσης, επιτρέποντας στον αθλητή να παραμείνει στους αιθέρες για περισσότερη ώρα και με σχεδόν απόλυτο έλεγχο της πορείας του - δηλαδή, να πετάει χρησιμοποιώντας μόνο τα πολύχρωμα φτερά του. Ωστόσο, η «μειωμένη» ταχύτητα μπορεί να αγγίζει έως και τα 250 χιλιόμετρα την ώρα, γεγονός που καθιστά το πέταγμα με wingsuit ένα από τα πιο επικίνδυνα χόμπι.
Ο 27χρονος Νορβηγός έχει πραγματοποιήσει πολυάριθμες πτώσεις και θεωρείται ένα από τα πιο μεγάλα ονόματα στον χώρο του wingsuit proximity flying, την πτήση σε απόσταση αναπνοής -έως και 50 εκατοστών- από πλαγιές και κορυφογραμμές βουνών, αλλά και από κτίρια, όπως οι δύο ουρανοξύστες στο Rio de Janeiro, ανάμεσα από τους οποίους πέρασε στις αρχές του χρόνου. Η επιθυμία του να πετάξει πάνω από τα Μετέωρα αναμένεται να υλοποιηθεί τον ερχόμενο Ιούλιο, με τη σύμφωνη γνώμη του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου και τη στήριξη του ΕΟΤ, ο οποίος φιλοδοξεί να αξιοποιήσει το βίντεο του εγχειρήματος για την προβολή της περιοχής.
Η μόνη αρνητική άποψη προήλθε από την πλευρά των Μονών, που ζήτησαν από το ΚΑΣ να απορρίψει το αίτημα κινηματογράφησης στον ιερό χώρο, με το επιχείρημα ότι ισοδυναμεί με εμπορική εκμετάλλευση. Εντούτοις, κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης προέκυψε πως το εγχείρημα ναι μεν υποστηρίζεται από τη Red Bull, αλλά δεν στοχεύει στη διαφημιστική προβολή της εταιρείας.
Επιπλέον, το ελικόπτερο θα αφήσει τον Sommer σε απόσταση περίπου ενός χιλιομέτρου από τους βράχους -επομένως εκτός της απαγορευμένης περιοχής- και ο ίδιος θα πετάξει μόνο με τα «φτερά» της στολής του πάνω από το εντυπωσιακό τοπίο, για να προσγειωθεί τελικά στο έδαφος με τη βοήθεια αλεξίπτωτου. «Ο τιθείς νέφη την επίβασιν αυτού, ο περιπατών επί πτερύγων ανέμων» ήταν η φράση από τον προοιμιακό ψαλμό του Δαυίδ, που πρότεινε, αστειευόμενος, ο καθηγητής Νικόλαος Σταμπολίδης ως «μετάφραση» του wingsuit στα ελληνικά.
Κείμενο: Χριστίνα Σανούδου
Copyright:www.kathimerini.gr
Μολονότι κανένας δεν γνωρίζει με ακρίβεια πότε οι πρώτοι ασκητές εγκαταστάθηκαν στους επιβλητικούς ογκόλιθους -ενδεχομένως τον 12ο αιώνα ή και αρκετά νωρίτερα-, το σίγουρο είναι πως έπρεπε να φέρουν εις πέρας μία τρομερή δοκιμασία.
Φυσικά, όσοι τα κατάφερναν θα πρέπει να ανακάλυπταν πως η πραγματική δοκιμασία είχε μόλις ξεκινήσει, αφού οι δυσπρόσιτες σπηλιές, που χρησιμοποιούσαν ως σκήτες, τους καταδίκαζαν σε σχεδόν απόλυτη απομόνωση.
Αυτοσχέδιες ξυλόσφηνες και σιδερένιοι πάσσαλοι σε δυσθεώρητα ύψη μαρτυρούν πως ούτε η ίδρυση των βυζαντινών μονών, τον 14ο αιώνα, θα ήταν εφικτή αν κάποιοι δεν ανέβαιναν στις βραχώδεις ορθοπλαγιές χωρίς καμία τεχνική βοήθεια, επιτρέποντας στους επόμενους να ακολουθήσουν χρησιμοποιώντας ανεμόσκαλες ή δίχτυα. Ακόμα μεγαλύτερο θαυμασμό προκαλεί ο θρύλος σχετικά με τον βαρύ μεταλλικό σταυρό, που λέγεται ότι τοποθετήθηκε στην κορυφή του μονολίθου «Αγιο Πνεύμα», ύψους 300 μέτρων, το 1348, κατόπιν εντολής του Σέρβου αυτοκράτορα Στέφανου Δουσάν.
Η διάνοιξη μονοπατιών αρχικά και δρόμων μεταγενέστερα διευκόλυνε τον ανεφοδιασμό μονών, καθιστώντας δυνατή την πρόσβαση όλων ανεξαιρέτως σε αρκετούς από τους υψηλότερους βράχους, ελάχιστα όμως μείωσε την αίσθηση δέους, που προκαλεί η θέα των Μετεώρων ακόμα και στους λιγότερο ευσυγκίνητους επισκέπτες.
Οι πιο ριψοκίνδυνοι εξακολουθούν να τα αντιμετωπίζουν ως αστείρευτη πηγή έμπνευσης για εγχειρήματα που υπερβαίνουν τα ανθρώπινα όρια. Η τοπική κοινωνία έχει πια εξοικειωθεί με τους εκατοντάδες αναρριχητές από όλο τον κόσμο, που καταφθάνουν κάθε χρόνο για να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους στις περισσότερες από 700 «διαδρομές» όλων των βαθμών δυσκολίας, προσεγγίζοντας έως και τα 500 μέτρα ύψος. Πιο αραιές, αλλά όχι ασυνήθιστες είναι οι εμφανίσεις αεροπτεριστών και αλεξιπτωτιστών πλαγιάς.
Ενα εντελώς καινούργιο και απρόσμενο θέαμα επιφυλάσσει σε κατοίκους και επισκέπτες ο Joakim Sommer, ο οποίος μέσα στο καλοκαίρι θα διασχίσει τον ουρανό πάνω από τους Μετεωριτικούς βράχους, φορώντας το wingsuit του. Η ειδική «στολή με φτερά» μειώνει την ταχύτητα της ελεύθερης πτώσης, επιτρέποντας στον αθλητή να παραμείνει στους αιθέρες για περισσότερη ώρα και με σχεδόν απόλυτο έλεγχο της πορείας του - δηλαδή, να πετάει χρησιμοποιώντας μόνο τα πολύχρωμα φτερά του. Ωστόσο, η «μειωμένη» ταχύτητα μπορεί να αγγίζει έως και τα 250 χιλιόμετρα την ώρα, γεγονός που καθιστά το πέταγμα με wingsuit ένα από τα πιο επικίνδυνα χόμπι.
Ο 27χρονος Νορβηγός έχει πραγματοποιήσει πολυάριθμες πτώσεις και θεωρείται ένα από τα πιο μεγάλα ονόματα στον χώρο του wingsuit proximity flying, την πτήση σε απόσταση αναπνοής -έως και 50 εκατοστών- από πλαγιές και κορυφογραμμές βουνών, αλλά και από κτίρια, όπως οι δύο ουρανοξύστες στο Rio de Janeiro, ανάμεσα από τους οποίους πέρασε στις αρχές του χρόνου. Η επιθυμία του να πετάξει πάνω από τα Μετέωρα αναμένεται να υλοποιηθεί τον ερχόμενο Ιούλιο, με τη σύμφωνη γνώμη του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου και τη στήριξη του ΕΟΤ, ο οποίος φιλοδοξεί να αξιοποιήσει το βίντεο του εγχειρήματος για την προβολή της περιοχής.
Η μόνη αρνητική άποψη προήλθε από την πλευρά των Μονών, που ζήτησαν από το ΚΑΣ να απορρίψει το αίτημα κινηματογράφησης στον ιερό χώρο, με το επιχείρημα ότι ισοδυναμεί με εμπορική εκμετάλλευση. Εντούτοις, κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης προέκυψε πως το εγχείρημα ναι μεν υποστηρίζεται από τη Red Bull, αλλά δεν στοχεύει στη διαφημιστική προβολή της εταιρείας.
Επιπλέον, το ελικόπτερο θα αφήσει τον Sommer σε απόσταση περίπου ενός χιλιομέτρου από τους βράχους -επομένως εκτός της απαγορευμένης περιοχής- και ο ίδιος θα πετάξει μόνο με τα «φτερά» της στολής του πάνω από το εντυπωσιακό τοπίο, για να προσγειωθεί τελικά στο έδαφος με τη βοήθεια αλεξίπτωτου. «Ο τιθείς νέφη την επίβασιν αυτού, ο περιπατών επί πτερύγων ανέμων» ήταν η φράση από τον προοιμιακό ψαλμό του Δαυίδ, που πρότεινε, αστειευόμενος, ο καθηγητής Νικόλαος Σταμπολίδης ως «μετάφραση» του wingsuit στα ελληνικά.
Κείμενο: Χριστίνα Σανούδου
Copyright:www.kathimerini.gr
Friday, 17 August 2012
Διαδρομές στο Δουβλίνο
Γενέτειρα του Γέιτς, του Οσκαρ Ουάιλντ και του Σάμιουελ Μπέκετ, το Δουβλίνο έχει παραδόξως καθιερωθεί στη συνείδηση του λιγότερο «διαβασμένου» κοινού ως... ο τόπος παραγωγής της μπίρας Γκίνες. Κρίνοντας από τα πλήθη των τουριστών που τα βράδια συρρέουν στις παμπ και στα λιθόστρωτα δρομάκια του Temple Bar, στη νότια όχθη του ποταμού Λίφι, τέτοιου είδους στερεότυπα είναι μάλλον ωφέλιμα για την τοπική αγορά.
Αλλωστε η μπίρα καταναλώνεται σε εξίσου μεγάλες ποσότητες από ντόπιους και τουρίστες, ενώ η ζυθοποιία, όπου πραγματοποιούνται καθημερινές ξεναγήσεις, αποτελεί τον δημοφιλέστερο προορισμό της ιρλανδικής πρωτεύουσας.
Πάντως, τα σημαντικότερα αξιοθέατα της πόλης εξακολουθούν να σχετίζονται με τη λογοτεχνική παράδοση και την καλλιτεχνική παραγωγή – ανάμεσά τους, το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, τα τρία τμήματα του Εθνικού Μουσείου της Ιρλανδίας και η βιβλιοθήκη του Trinity College, όπου εκτίθεται το διάσημο «Βιβλίο του Κελς», έργο Κελτών μοναχών του 9ου αιώνα. Οι φοιτητές του κολεγίου απολαμβάνουν τις σπάνιες ηλιόλουστες μέρες καθισμένοι στο γρασίδι και στα σκαλιά των κτιρίων του 18ου και 19ου αιώνα.
Άλλα εμβληματικά οικοδομήματα, όπως το νορμανδικό κάστρο, ο Καθεδρικός του Αγίου Πατρίκιου και το κτίριο του κεντρικού ταχυδρομείου, αφηγούνται την ιστορία το Δουβλίνου από την ίδρυση της αποικίας των Βίκινγκ έως τον ιρλανδικό πόλεμο της ανεξαρτησίας. Πλανόδιοι μουσικοί, μίμοι και ποιητές επιδεικνύουν το ταλέντο τους στην O’Connel Street και στην εμπορική Grafton Street, όπου βρίσκεται και το χαρακτηριστικό άγαλμα της νεαρής Molly Malone.
Ιδανικό για «αποδράσεις» από τη βουή της πόλης είναι το απέραντο Phoenix Park, στα δυτικά της πρωτεύουσας, όπου κατοικούν ο πρόεδρος της Ιρλανδικής Δημοκρατίας και... ένα κοπάδι ελεύθερων ελαφιών.
Κείμενο, φωτογραφία: Χριστίνα Σανούδου
Copyright:www.kathimerini.gr
Αλλωστε η μπίρα καταναλώνεται σε εξίσου μεγάλες ποσότητες από ντόπιους και τουρίστες, ενώ η ζυθοποιία, όπου πραγματοποιούνται καθημερινές ξεναγήσεις, αποτελεί τον δημοφιλέστερο προορισμό της ιρλανδικής πρωτεύουσας.
Πάντως, τα σημαντικότερα αξιοθέατα της πόλης εξακολουθούν να σχετίζονται με τη λογοτεχνική παράδοση και την καλλιτεχνική παραγωγή – ανάμεσά τους, το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, τα τρία τμήματα του Εθνικού Μουσείου της Ιρλανδίας και η βιβλιοθήκη του Trinity College, όπου εκτίθεται το διάσημο «Βιβλίο του Κελς», έργο Κελτών μοναχών του 9ου αιώνα. Οι φοιτητές του κολεγίου απολαμβάνουν τις σπάνιες ηλιόλουστες μέρες καθισμένοι στο γρασίδι και στα σκαλιά των κτιρίων του 18ου και 19ου αιώνα.
Άλλα εμβληματικά οικοδομήματα, όπως το νορμανδικό κάστρο, ο Καθεδρικός του Αγίου Πατρίκιου και το κτίριο του κεντρικού ταχυδρομείου, αφηγούνται την ιστορία το Δουβλίνου από την ίδρυση της αποικίας των Βίκινγκ έως τον ιρλανδικό πόλεμο της ανεξαρτησίας. Πλανόδιοι μουσικοί, μίμοι και ποιητές επιδεικνύουν το ταλέντο τους στην O’Connel Street και στην εμπορική Grafton Street, όπου βρίσκεται και το χαρακτηριστικό άγαλμα της νεαρής Molly Malone.
Ιδανικό για «αποδράσεις» από τη βουή της πόλης είναι το απέραντο Phoenix Park, στα δυτικά της πρωτεύουσας, όπου κατοικούν ο πρόεδρος της Ιρλανδικής Δημοκρατίας και... ένα κοπάδι ελεύθερων ελαφιών.
Κείμενο, φωτογραφία: Χριστίνα Σανούδου
Copyright:www.kathimerini.gr
Tuesday, 7 August 2012
Εκεί που το πιάνο βρήκε τους μάστορές του
Σε μία από τις μεγάλες βιομηχανικές αίθουσες του παλαιού σοβιετικού εργοστασίου, άντρες και γυναίκες με στολές εργασίας και εκφράσεις απόλυτης συγκέντρωσης χτυπούν ένα ένα τα πλήκτρα πιάνων σε διάφορα σχήματα, χρώματα και στάδια κατασκευής. Θα μπορούσε να είναι σκηνή από εικαστική εγκατάσταση ή μία πρωτότυπη παράσταση μεταμοντέρνου θεάτρου. Και όμως, είναι μια εικόνα καθημερινότητας για τους 136 εργαζόμενους της Beltman pianos, στην πόλη Gabala του βόρειου Αζερμπαϊτζάν.
Ο Hans Leferink, ιδιοκτήτης της ολλανδικής εταιρείας Beltman και δισέγγονος του ιδρυτή της, Johan Beltman, δεν δίστασε ούτε για μια στιγμή όταν, το 2008, η αζερική κυβέρνηση του πρότεινε να ιδρύσει ένα εργοστάσιο πιάνων στους πρόποδες του Καυκάσου. Είχε, άλλωστε, κληθεί ακριβώς για τον ίδιο σκοπό στην Κίνα λίγα χρόνια νωρίτερα.
Κάτι παραπάνω από διευθυντής της μικρής βιομηχανίας –η οποία πλέον ανήκει στο κράτος του Αζερμπαϊτζάν–, o Hans Leferink είναι ο ιθύνων νους ενός μεγαλόπνοου σχεδίου: τη μετατροπή της επαρχιακής πόλης σε πόλο έλξης μουσικών και μουσικόφιλων από όλο τον κόσμο.
Σε στάδιο υλοποίησης βρίσκονται τόσο η σχολή κατασκευής πιάνων όσο και η συναυλιακή αίθουσα, χωρητικότητας 330 θεατών, την οποία θα εγκαινιάσει η Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια η εταιρεία συνδιοργανώνει το δημοφιλές φεστιβάλ κλασικής μουσικής της Gabala.
Η υψηλή κατανάλωση ενέργειας για την κατασκευή των μεταλλικών σκελετών είναι ένας από τους λόγους που καθιστούν ιδανική την εγκατάσταση του εργοστασίου σε μία ταχύτατα αναπτυσσόμενη χώρα με πλούσια κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η λέξη «εργοστάσιο» είναι μάλλον παραπλανητική, αφού τα πιάνα της Beltman είναι χειροποίητα και ο χώρος θυμίζει περισσότερο εργαστήριο. Για τη στελέχωσή του, αντί να προσκαλέσει πτυχιούχους «ειδικούς» από την Ευρώπη, ο κ. Leferink αναζήτησε τους υπαλλήλους του στους δρόμους της Gabala και ανέλαβε να τους εκπαιδεύσει ο ίδιος.
«Αν η ακοή σου είναι καλή, μπορείς να μάθεις να χορδίζεις», υποστηρίζει. «Αν έχεις ταλέντο, μετά από ένα χρόνο εκπαίδευσης είσαι έτοιμος». Σήμερα, οι πρώην εργάτες και αγρότες εκπλήσσουν με την επιδεξιότητά τους, καθώς ανοίγουν τρύπες, συγκολλούν κομμάτια από ξύλο και μέταλλο, τραβούν τις λεπτές ατσάλινες χορδές και δοκιμάζουν το αποτέλεσμα, σαν να το έκαναν σε όλη τους τη ζωή.
Πεπεισμένος ότι «δεν μπορείς να φτιάξεις ένα τέλειο πιάνο αν δεν αισθάνεσαι καλά», ο διευθυντής του εργοστασίου φροντίζει για την υγεία του προσωπικού, έχοντας εισαγάγει μία σειρά καινοτομιών που ίσως αποτελούν συνηθισμένη πρακτική στις χώρες της Δ. Ευρώπης, είναι όμως ανήκουστες στο Αζερμπαϊτζάν: Ειδικός φωτισμός για ξεκούραστη εργασία, δωρεάν φαγητό, την προτροπή να παίρνουν άδεια όταν δεν έχουν διάθεση για δουλειά, ακόμα και τζαμί – αν και μόνο 12 από τους υπαλλήλους προσεύχονται συστηματικά.
Για τους ίδιους λόγους, τα πιάνα της εταιρείας δεν κατασκευάζονται από συνθετικά υλικά, η επεξεργασία των οποίων είναι καταστροφική για τους πνεύμονες. Ευτυχώς, τα αιωνόβια δέντρα, από τα οποία αποτελούνται τα ξύλινα μέρη, δεν προέρχονται από τις γειτονικές πλαγιές, που έχουν ήδη υποστεί πλήγμα από τη διάνοιξη δρόμων και την οικοδόμηση υπερπολυτελών θερέτρων στην περιοχή.
«Το ξύλο είναι ερυθρελάτη ηλικίας 150 ετών. Ερχεται από την Τουρκία, αλλά μη με ρωτήσετε ακριβώς από πού», σπεύδει να προσθέσει ο κ. Leferink, που ωστόσο επιλέγει ο ίδιος ένα ένα τα κομμάτια ξύλου προς αξιοποίηση.
Απόδειξη της ποιότητας των πιάνων Beltman είναι το γεγονός ότι η εταιρεία δέχεται παραγγελίες από όλον τον κόσμο, ενώ διαθέτει μόνιμες εκθέσεις στη Γερμανία και τη Ρωσία. 2.000 κομμάτια ήταν το σύνολο της περυσινής παραγωγής, που φέτος θα αυξηθεί στις 3.000. Στην εντέλεια φαίνονται να λειτουργούν και τα μηχανήματα, που κατασκευάστηκαν επί τόπου από «ανειδίκευτους» εργάτες, καθώς ήταν αδύνατη η μεταφορά τους από το εξωτερικό.
Κείμενο: Χριστίνα Σανούδου
Copyright: http://www.kathimerini.gr
Ο Hans Leferink, ιδιοκτήτης της ολλανδικής εταιρείας Beltman και δισέγγονος του ιδρυτή της, Johan Beltman, δεν δίστασε ούτε για μια στιγμή όταν, το 2008, η αζερική κυβέρνηση του πρότεινε να ιδρύσει ένα εργοστάσιο πιάνων στους πρόποδες του Καυκάσου. Είχε, άλλωστε, κληθεί ακριβώς για τον ίδιο σκοπό στην Κίνα λίγα χρόνια νωρίτερα.
Κάτι παραπάνω από διευθυντής της μικρής βιομηχανίας –η οποία πλέον ανήκει στο κράτος του Αζερμπαϊτζάν–, o Hans Leferink είναι ο ιθύνων νους ενός μεγαλόπνοου σχεδίου: τη μετατροπή της επαρχιακής πόλης σε πόλο έλξης μουσικών και μουσικόφιλων από όλο τον κόσμο.
Σε στάδιο υλοποίησης βρίσκονται τόσο η σχολή κατασκευής πιάνων όσο και η συναυλιακή αίθουσα, χωρητικότητας 330 θεατών, την οποία θα εγκαινιάσει η Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια η εταιρεία συνδιοργανώνει το δημοφιλές φεστιβάλ κλασικής μουσικής της Gabala.
Η υψηλή κατανάλωση ενέργειας για την κατασκευή των μεταλλικών σκελετών είναι ένας από τους λόγους που καθιστούν ιδανική την εγκατάσταση του εργοστασίου σε μία ταχύτατα αναπτυσσόμενη χώρα με πλούσια κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η λέξη «εργοστάσιο» είναι μάλλον παραπλανητική, αφού τα πιάνα της Beltman είναι χειροποίητα και ο χώρος θυμίζει περισσότερο εργαστήριο. Για τη στελέχωσή του, αντί να προσκαλέσει πτυχιούχους «ειδικούς» από την Ευρώπη, ο κ. Leferink αναζήτησε τους υπαλλήλους του στους δρόμους της Gabala και ανέλαβε να τους εκπαιδεύσει ο ίδιος.
«Αν η ακοή σου είναι καλή, μπορείς να μάθεις να χορδίζεις», υποστηρίζει. «Αν έχεις ταλέντο, μετά από ένα χρόνο εκπαίδευσης είσαι έτοιμος». Σήμερα, οι πρώην εργάτες και αγρότες εκπλήσσουν με την επιδεξιότητά τους, καθώς ανοίγουν τρύπες, συγκολλούν κομμάτια από ξύλο και μέταλλο, τραβούν τις λεπτές ατσάλινες χορδές και δοκιμάζουν το αποτέλεσμα, σαν να το έκαναν σε όλη τους τη ζωή.
Πεπεισμένος ότι «δεν μπορείς να φτιάξεις ένα τέλειο πιάνο αν δεν αισθάνεσαι καλά», ο διευθυντής του εργοστασίου φροντίζει για την υγεία του προσωπικού, έχοντας εισαγάγει μία σειρά καινοτομιών που ίσως αποτελούν συνηθισμένη πρακτική στις χώρες της Δ. Ευρώπης, είναι όμως ανήκουστες στο Αζερμπαϊτζάν: Ειδικός φωτισμός για ξεκούραστη εργασία, δωρεάν φαγητό, την προτροπή να παίρνουν άδεια όταν δεν έχουν διάθεση για δουλειά, ακόμα και τζαμί – αν και μόνο 12 από τους υπαλλήλους προσεύχονται συστηματικά.
Για τους ίδιους λόγους, τα πιάνα της εταιρείας δεν κατασκευάζονται από συνθετικά υλικά, η επεξεργασία των οποίων είναι καταστροφική για τους πνεύμονες. Ευτυχώς, τα αιωνόβια δέντρα, από τα οποία αποτελούνται τα ξύλινα μέρη, δεν προέρχονται από τις γειτονικές πλαγιές, που έχουν ήδη υποστεί πλήγμα από τη διάνοιξη δρόμων και την οικοδόμηση υπερπολυτελών θερέτρων στην περιοχή.
«Το ξύλο είναι ερυθρελάτη ηλικίας 150 ετών. Ερχεται από την Τουρκία, αλλά μη με ρωτήσετε ακριβώς από πού», σπεύδει να προσθέσει ο κ. Leferink, που ωστόσο επιλέγει ο ίδιος ένα ένα τα κομμάτια ξύλου προς αξιοποίηση.
Απόδειξη της ποιότητας των πιάνων Beltman είναι το γεγονός ότι η εταιρεία δέχεται παραγγελίες από όλον τον κόσμο, ενώ διαθέτει μόνιμες εκθέσεις στη Γερμανία και τη Ρωσία. 2.000 κομμάτια ήταν το σύνολο της περυσινής παραγωγής, που φέτος θα αυξηθεί στις 3.000. Στην εντέλεια φαίνονται να λειτουργούν και τα μηχανήματα, που κατασκευάστηκαν επί τόπου από «ανειδίκευτους» εργάτες, καθώς ήταν αδύνατη η μεταφορά τους από το εξωτερικό.
Κείμενο: Χριστίνα Σανούδου
Copyright: http://www.kathimerini.gr
Labels:
Aζερμπαϊτζάν,
Qabala,
εργοστασιο,
κείμενα,
πιανα,
ΤΑΞΙΔΙ
Tuesday, 17 July 2012
Το αρχαίο λυχνάρι έγινε LED
Aπό τα αρχαία λυχνάρια ώς τις σύγχρονες λάμπες εξοικονόμησης ενέργειας και από την ανακάλυψη της φωτιάς ώς τη λατρεία του θεού Ηλιου, το φως πάντοτε διαδραμάτιζε εξαιρετικά σημαντικό ρόλο τόσο στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων ανά την υφήλιο όσο και στην τέχνη, τη φιλοσοφία και τη θρησκεία.
Ενα μικρό, αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρον αφιέρωμα στην ιστορία του φωτισμού με τίτλο «Μια ιστορία από φως, στο φως», που ολοκληρώθηκε πρόσφατα στο Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας-Θράκης στη Θεσσαλονίκη, φιλοξενεί ώς τον Σεπτέμβριο η «Τεχνόπολις» του Δήμου Αθηναίων.
Στο ίδιο διάστημα, το Μουσείο της Ακρόπολης αναδεικνύει με ειδική σήμανση εκθέματα από τη μόνιμη συλλογή του, που αφηγούνται μικρές «ιστορίες για το φως» – όπως τα άρματα του Ηλίου και της Σελήνης στη σκηνή της γέννησης της Αθηνάς, που κοσμεί το ανατολικό αέτωμα του Παρθενώνα ή ο περίτεχνος χάλκινος λύχνος από το Ερέχθειο, σε σχήμα πολεμικού πλοίου και με τη φράση «ιερόν της Αθηνάς» χαραγμένη στη δεξιά πλευρά του.
Η μεταφορά της έκθεσης στο παλαιό εργοστάσιο φωταερίου έγινε με πρωτοβουλία της διοίκησης της «Τεχνόπολις» και αποτελεί προάγγελο του Βιομηχανικού Μουσείου Φωταερίου, που αναμένεται να είναι έτοιμο στο τέλος του χρόνου. Ο συσχετισμός είναι προφανής, καθώς η πρωταρχική χρήση του φωταερίου στην Αθήνα ήταν ο φωτισμός, «γεγονός που άλλαξε ριζικά τη ζωή της πόλης», εξηγεί η Μαρία Φλώρου, αρχαιολόγος, μουσειολόγος και υπεύθυνη του τομέα του υπό διαμόρφωση μουσείου. Πλέον, οι δημόσιοι δρόμοι φωτίζονταν το βράδυ, διευκολύνοντας την κυκλοφορία, και οι βιομηχανίες είχαν τη δυνατότητα να λειτουργούν με διπλές βάρδιες, αυξάνοντας την παραγωγή.
Πέρα από τις αναφορές στην «επανάσταση» που έφερε ο ηλεκτροφωτισμός και η αξιοποίηση των ορυκτών καυσίμων κατά τον 19ο αιώνα, μεγάλο μέρος των εκθεμάτων προέρχεται από τη βυζαντινή περίοδο, ενώ τα κενά στην αφήγηση αναπληρώνονται με ενημερωτικά κείμενα, φωτογραφίες και ένα βίντεο για τις μεθόδους αφής και διατήρησης της φωτιάς. Η εστίαση στο Βυζάντιο σχετίζεται αφενός με τον ρόλο του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού ως συνδιοργανωτή της έκθεσης και αφετέρου με το γεγονός ότι τα ευρήματα αυτής της εποχής σώζονται σε μεγαλύτερη αφθονία και καλύτερη κατάσταση από τα προγενέστερα.
Εξάλλου, οι τεχνολογίες τεχνητού φωτισμού δεν διαφοροποιήθηκαν σημαντικά με το πέρασμα από τους αρχαίους στους βυζαντινούς χρόνους: η χρήση των λυχναριών παρέμεινε ιδιαίτερα διαδεδομένη, ενώ η σημαντικότερη καινοτομία της εποχής ήταν «οι γυάλινες καντήλες, η κατασκευή των οποίων κατέστη δυνατή με την τοποθέτηση του φιτιλιού στο κέντρο του σκεύους», υπογραμμίζει η Ελένη Μπίντση, που υπογράφει τη μουσειολογική μελέτη της έκθεσης στο Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο μαζί με τον Ιωάννη Μότσιανο και τον Ζήση Σκαμπάλη. Διαδεδομένη ήταν πλέον και η χρήση του κεριού, το οποίο είχε αναγνωριστεί ως καύσιμη ύλη ήδη από τη μινωική περίοδο, αλλά δεν χρησιμοποιήθηκε ευρέως πριν από την ύστερη αρχαιότητα.
Υπάρχουν, ωστόσο, και άλλοι λόγοι που καθιστούν το Βυζάντιο σημείο-σταθμό για όσους ασχολούνται σε βάθος με την ιστορία του φωτισμού, υποστηρίζει ο καθηγητής Αρχιτεκτονικής Ιάκωβος Ποταμιάνος. Μολονότι «λάτρευαν το φως», οι καλλιτέχνες και οι αρχιτέκτονες στην Ελλάδα των κλασικών χρόνων γνώριζαν ότι το «σκληρό» μεσογειακό φως «κατέστρεφε τις μορφές των κτιρίων κάνοντάς τις να φαίνονται επίπεδες». Ετσι, «ανακάλυψαν τρόπους να φέρνουν το φως στη σκιά» – χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι ραβδώσεις στους δωρικούς κίονες.
Κατά τους βυζαντινούς χρόνους, η ενασχόληση με το φως πέρασε σε άλλο επίπεδο εξέλιξης, καθώς ο «ενθουσιασμός με τη μορφή» έδωσε σταδιακά τη θέση του «στον ενθουσιασμό για τον χώρο ως κάτι εφάμιλλο με την έννοια του Θείου». Σε αντίθεση με τους αρχαίους ναούς, οι βυζαντινές εκκλησίες δίνουν έμφαση στην άυλη διάσταση του χώρου και του φωτός.
Με πλήθος επιστημονικών δημοσιεύσεων και ανακοινώσεων σχετικά με το φως και τις χρήσεις του στο βιογραφικό του, ο κ. Ποταμιάνος σήμερα είναι διευθυντής ενός νέου μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών για τον φωτισμό στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Εχοντας ενδιαφερθεί για το φως και τις χρήσεις του από τα φοιτητικά του χρόνια στις ΗΠΑ, άρχισε να μελετά κείμενα αρχαίων συγγραφέων, όπως του μεγάλου Αλεξανδρινού μηχανικού Ηρωνα και του νεοπλατωνιστή φιλόσοφου Πλωτίνου, όπου υπάρχουν αναφορές τόσο για την κατασκευή συστημάτων φωτισμού -συχνά εξαιρετικά προηγμένων, με τη χρήση κατόπτρων- όσο και για τη συμβολική αξία του φωτός στη φιλοσοφία.
Μεταξύ άλλων, διδάσκει φωτισμό ιστορικών κτιρίων στο ΑΠΘ, όπου κατέχει τον τίτλο του αναπληρωτή καθηγητή της Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής και της Ψυχολογίας της Αντίληψης, ενώ το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει ένα βιβλίο για το φως στη βυζαντινή εκκλησία. Πεπεισμένος ότι, ακόμα και στις μέρες μας, η αρχιτεκτονική δεν έχει φτάσει στο επίπεδο των βυζαντινών μαστόρων, διερευνά πώς οι τεχνικές για τη δημιουργία της κατανυκτικής ατμόσφαιρας στους βυζαντινούς ναούς θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν σε σύγχρονα κτίρια.
«Με ένα πνευματικό άλμα, ο άνθρωπος συλλαμβάνει κάτι το ασύλληπτο, την άυλη διάσταση του χώρου. Αυτό για μένα είναι μια εξαιρετική κατάσταση του ανθρώπινου νου», υπογραμμίζει. Αργότερα, καθώς η δύναμη του Βυζαντίου εξασθενεί, η αισθητική αλλάζει και οι υποφωτισμένες μεσοβυζαντινές εκκλησίες δεν διαφέρουν πολύ από τις σύγχρονες. Πλέον, «το φως σταλάζει, δεν πλημμυρίζει τον ναό», καταλήγει.
Η έκθεση «Μια ιστορία από το φως στο φως», που διοργανώθηκε σε συνεργασία με μουσεία, εφορείες αρχαιοτήτων, ερευνητικά κέντρα και ιδιώτες από όλη την Ελλάδα, περιλαμβάνει μία ενότητα αφιερωμένη στις διαφορετικές θρησκευτικές παραδόσεις της Θεσσαλονίκης -το Ισλάμ, τον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό-, αναδεικνύοντας τόσο τη συμβολική διάσταση του φωτός στις τρεις θρησκείες, όσο και τα χαρακτηριστικά φωτιστικά σκεύη των τόπων λατρείας.
Η επόμενη ενότητα εστιάζει στην «επανάσταση» που έφερε η χρήση των ορυκτών καυσίμων στον φωτισμό, με αναφορές στον δημόσιο φωτισμό της Αθήνας, με την ίδρυση του εργοστασίου φωταερίου το 1857, καθώς και την επινόηση του ηλεκτρικού λαμπτήρα στα τέλη του 19ου αιώνα.
Τέλος, η εξέλιξη της τεχνολογίας του φωτισμού στον 21ο αιώνα μετουσιώνεται σε μία πρωτότυπη διαδραστική εγκατάσταση με την υπογραφή της εικαστικής ομάδας φωτισμού «BEFORELIGHT», που ενθαρρύνει τους επισκέπτες να πειραματιστούν με τις δυνατότητες του φωτός, δημιουργώντας τη δική τους φωτιστική σύνθεση.
ΚΕΙΜΕΝΟ: Χριστίνα Σανούδου
Copyright: http://www.kathimerini.gr
Στο ίδιο διάστημα, το Μουσείο της Ακρόπολης αναδεικνύει με ειδική σήμανση εκθέματα από τη μόνιμη συλλογή του, που αφηγούνται μικρές «ιστορίες για το φως» – όπως τα άρματα του Ηλίου και της Σελήνης στη σκηνή της γέννησης της Αθηνάς, που κοσμεί το ανατολικό αέτωμα του Παρθενώνα ή ο περίτεχνος χάλκινος λύχνος από το Ερέχθειο, σε σχήμα πολεμικού πλοίου και με τη φράση «ιερόν της Αθηνάς» χαραγμένη στη δεξιά πλευρά του.
Η μεταφορά της έκθεσης στο παλαιό εργοστάσιο φωταερίου έγινε με πρωτοβουλία της διοίκησης της «Τεχνόπολις» και αποτελεί προάγγελο του Βιομηχανικού Μουσείου Φωταερίου, που αναμένεται να είναι έτοιμο στο τέλος του χρόνου. Ο συσχετισμός είναι προφανής, καθώς η πρωταρχική χρήση του φωταερίου στην Αθήνα ήταν ο φωτισμός, «γεγονός που άλλαξε ριζικά τη ζωή της πόλης», εξηγεί η Μαρία Φλώρου, αρχαιολόγος, μουσειολόγος και υπεύθυνη του τομέα του υπό διαμόρφωση μουσείου. Πλέον, οι δημόσιοι δρόμοι φωτίζονταν το βράδυ, διευκολύνοντας την κυκλοφορία, και οι βιομηχανίες είχαν τη δυνατότητα να λειτουργούν με διπλές βάρδιες, αυξάνοντας την παραγωγή.
Πέρα από τις αναφορές στην «επανάσταση» που έφερε ο ηλεκτροφωτισμός και η αξιοποίηση των ορυκτών καυσίμων κατά τον 19ο αιώνα, μεγάλο μέρος των εκθεμάτων προέρχεται από τη βυζαντινή περίοδο, ενώ τα κενά στην αφήγηση αναπληρώνονται με ενημερωτικά κείμενα, φωτογραφίες και ένα βίντεο για τις μεθόδους αφής και διατήρησης της φωτιάς. Η εστίαση στο Βυζάντιο σχετίζεται αφενός με τον ρόλο του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού ως συνδιοργανωτή της έκθεσης και αφετέρου με το γεγονός ότι τα ευρήματα αυτής της εποχής σώζονται σε μεγαλύτερη αφθονία και καλύτερη κατάσταση από τα προγενέστερα.
Εξάλλου, οι τεχνολογίες τεχνητού φωτισμού δεν διαφοροποιήθηκαν σημαντικά με το πέρασμα από τους αρχαίους στους βυζαντινούς χρόνους: η χρήση των λυχναριών παρέμεινε ιδιαίτερα διαδεδομένη, ενώ η σημαντικότερη καινοτομία της εποχής ήταν «οι γυάλινες καντήλες, η κατασκευή των οποίων κατέστη δυνατή με την τοποθέτηση του φιτιλιού στο κέντρο του σκεύους», υπογραμμίζει η Ελένη Μπίντση, που υπογράφει τη μουσειολογική μελέτη της έκθεσης στο Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο μαζί με τον Ιωάννη Μότσιανο και τον Ζήση Σκαμπάλη. Διαδεδομένη ήταν πλέον και η χρήση του κεριού, το οποίο είχε αναγνωριστεί ως καύσιμη ύλη ήδη από τη μινωική περίοδο, αλλά δεν χρησιμοποιήθηκε ευρέως πριν από την ύστερη αρχαιότητα.
Υπάρχουν, ωστόσο, και άλλοι λόγοι που καθιστούν το Βυζάντιο σημείο-σταθμό για όσους ασχολούνται σε βάθος με την ιστορία του φωτισμού, υποστηρίζει ο καθηγητής Αρχιτεκτονικής Ιάκωβος Ποταμιάνος. Μολονότι «λάτρευαν το φως», οι καλλιτέχνες και οι αρχιτέκτονες στην Ελλάδα των κλασικών χρόνων γνώριζαν ότι το «σκληρό» μεσογειακό φως «κατέστρεφε τις μορφές των κτιρίων κάνοντάς τις να φαίνονται επίπεδες». Ετσι, «ανακάλυψαν τρόπους να φέρνουν το φως στη σκιά» – χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι ραβδώσεις στους δωρικούς κίονες.
Κατά τους βυζαντινούς χρόνους, η ενασχόληση με το φως πέρασε σε άλλο επίπεδο εξέλιξης, καθώς ο «ενθουσιασμός με τη μορφή» έδωσε σταδιακά τη θέση του «στον ενθουσιασμό για τον χώρο ως κάτι εφάμιλλο με την έννοια του Θείου». Σε αντίθεση με τους αρχαίους ναούς, οι βυζαντινές εκκλησίες δίνουν έμφαση στην άυλη διάσταση του χώρου και του φωτός.
Με πλήθος επιστημονικών δημοσιεύσεων και ανακοινώσεων σχετικά με το φως και τις χρήσεις του στο βιογραφικό του, ο κ. Ποταμιάνος σήμερα είναι διευθυντής ενός νέου μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών για τον φωτισμό στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Εχοντας ενδιαφερθεί για το φως και τις χρήσεις του από τα φοιτητικά του χρόνια στις ΗΠΑ, άρχισε να μελετά κείμενα αρχαίων συγγραφέων, όπως του μεγάλου Αλεξανδρινού μηχανικού Ηρωνα και του νεοπλατωνιστή φιλόσοφου Πλωτίνου, όπου υπάρχουν αναφορές τόσο για την κατασκευή συστημάτων φωτισμού -συχνά εξαιρετικά προηγμένων, με τη χρήση κατόπτρων- όσο και για τη συμβολική αξία του φωτός στη φιλοσοφία.
Μεταξύ άλλων, διδάσκει φωτισμό ιστορικών κτιρίων στο ΑΠΘ, όπου κατέχει τον τίτλο του αναπληρωτή καθηγητή της Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής και της Ψυχολογίας της Αντίληψης, ενώ το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει ένα βιβλίο για το φως στη βυζαντινή εκκλησία. Πεπεισμένος ότι, ακόμα και στις μέρες μας, η αρχιτεκτονική δεν έχει φτάσει στο επίπεδο των βυζαντινών μαστόρων, διερευνά πώς οι τεχνικές για τη δημιουργία της κατανυκτικής ατμόσφαιρας στους βυζαντινούς ναούς θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν σε σύγχρονα κτίρια.
«Με ένα πνευματικό άλμα, ο άνθρωπος συλλαμβάνει κάτι το ασύλληπτο, την άυλη διάσταση του χώρου. Αυτό για μένα είναι μια εξαιρετική κατάσταση του ανθρώπινου νου», υπογραμμίζει. Αργότερα, καθώς η δύναμη του Βυζαντίου εξασθενεί, η αισθητική αλλάζει και οι υποφωτισμένες μεσοβυζαντινές εκκλησίες δεν διαφέρουν πολύ από τις σύγχρονες. Πλέον, «το φως σταλάζει, δεν πλημμυρίζει τον ναό», καταλήγει.
Η έκθεση «Μια ιστορία από το φως στο φως», που διοργανώθηκε σε συνεργασία με μουσεία, εφορείες αρχαιοτήτων, ερευνητικά κέντρα και ιδιώτες από όλη την Ελλάδα, περιλαμβάνει μία ενότητα αφιερωμένη στις διαφορετικές θρησκευτικές παραδόσεις της Θεσσαλονίκης -το Ισλάμ, τον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό-, αναδεικνύοντας τόσο τη συμβολική διάσταση του φωτός στις τρεις θρησκείες, όσο και τα χαρακτηριστικά φωτιστικά σκεύη των τόπων λατρείας.
Η επόμενη ενότητα εστιάζει στην «επανάσταση» που έφερε η χρήση των ορυκτών καυσίμων στον φωτισμό, με αναφορές στον δημόσιο φωτισμό της Αθήνας, με την ίδρυση του εργοστασίου φωταερίου το 1857, καθώς και την επινόηση του ηλεκτρικού λαμπτήρα στα τέλη του 19ου αιώνα.
Τέλος, η εξέλιξη της τεχνολογίας του φωτισμού στον 21ο αιώνα μετουσιώνεται σε μία πρωτότυπη διαδραστική εγκατάσταση με την υπογραφή της εικαστικής ομάδας φωτισμού «BEFORELIGHT», που ενθαρρύνει τους επισκέπτες να πειραματιστούν με τις δυνατότητες του φωτός, δημιουργώντας τη δική τους φωτιστική σύνθεση.
ΚΕΙΜΕΝΟ: Χριστίνα Σανούδου
Copyright: http://www.kathimerini.gr
Labels:
ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ,
αρχαιότητα,
ΕΚΘΕΣΗ,
κείμενα,
ΜΟΥΣΕΙΑ,
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ,
ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ,
ΦΩΣ,
ΦΩΤΙΣΜΟΣ
Friday, 27 April 2012
Σαμοθράκη, το νησί του Φεγγαριού

Προσεγγίζοντας το λιμάνι της Σαμοθράκης, τα ενοικιαζόμενα δωμάτια, οι ταβέρνες και τα καταστήματα τουριστικών ειδών μοιάζουν με παιδικά παιχνίδια μπροστά στον ορεινό όγκο του Φεγγαριού -ή Σάος, όπως είναι η επίσημη ονομασία του βουνού-, που δεσπόζει στο βάθος. Στην πραγματικότητα, ολόκληρο το νησί είναι σαν ένα βουνό μισοβυθισμένο στη θάλασσα, ενώ ακόμα και σήμερα οι ανθρώπινες παρεμβάσεις περιορίζονται στα παράλια και σε κάποια επίπεδα υψώματα.

Στην συχνά κρυμμένη πίσω από μαύρα σύννεφα κορυφή του Φεγγαριού, το τοπίο είναι όντως σεληνιακό. Οι πλαγιές του, όμως, κρύβουν καταπράσινα φαράγγια, υπεραιωνόβια δάση πλατάνου και βελανιδιάς, καταρράκτες με κρυστάλλινα νερά και μια άγρια ομορφιά εντελώς διαφορετική από τη γραφικότητα των αιγαιοπελαγίτικων νησιών.
Τους θερινούς μήνες, ένα δημοτικό λεωφορείο μεταφέρει όσους επιβάτες δεν διαθέτουν μεταφορικό μέσο από το λιμάνι -το μόνο σημείο του νησιού που θυμίζει τουριστικό προορισμό- στα δύο πολυσύχναστα δημοτικά κάμπινγκ και το μικρό, κατάφυτο χωριό των Θέρμων, με μία στάση στην Παλαιόπολη, όπου βρίσκεται το Ιερό των Μεγάλων Θεών.
Περιπλανηθήκαμε στα ερείπια της αρχαίας πόλης ένα μεσημέρι του Ιουλίου, με τα πλατάνια να μας προστατεύουν από τον ανελέητο ήλιο του καλοκαιριού.
Εκεί που κάποτε πλήθη πιστών συνέρρεαν για να λάβουν μέρος στα περίφημα Καβείρια Μυστήρια, σήμερα βασιλεύει η σιωπή, που διακόπτεται μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις, όταν στον αρχαιολογικό χώρο ξεναγούνται ομάδες τουριστών. Ωστόσο, το σκηνικό εγκατάλειψης που συνθέτουν τα διάσπαρτα χορταριασμένα μάρμαρα, οι πεσμένοι κίονες και η ανύπαρκτη ανθρώπινη παρουσία, δεν προκαλεί θλίψη, αλλά αντίθετα γαληνεύει.
Λίγα χιλιόμετρα πιο ανατολικά ρέει ο καταρράκτης του Φονιά - ο μεγαλύτερος του νησιού με ύψος 83 μ. Το ομώνυμο ρέμα είναι ίσως ο πιο δημοφιλής προορισμός της Σαμοθράκης, χάρη στις «βάθρες», όπως ονομάζουν οι ντόπιοι τις λιμνούλες που σχηματίζονται κατά μήκος των πολυάριθμων ρεμάτων.

Εξάλλου το νησί δεν φημίζεται για τις παραλίες του, αλλά για τα δροσερά νερά των ποταμών του και φυσικά για τα αμέτρητα αγριοκάτσικα, που σκαρφαλώνουν ακόμα και σε αυτοκίνητα για να γευτούν φρέσκα πλατανόφυλλα.
Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, τα κατσίκια ήταν κάποτε περισσότερα από τους ανθρώπους του νησιού, όμως ο πληθυσμός τους έχει πια μειωθεί δραματικά, καθώς τυχαίνει να αποτελούν βασικό συστατικό μιας από τις ντόπιες σπεσιαλιτέ.
Ξεχασμένος παράδεισος
Για να αποφύγουμε τον συνωστισμό στις πρώτες βάθρες του Φονιά, περπατήσαμε αρκετή ώρα στο βραχώδες, γλιστερό μονοπάτι, προσπερνώντας τη φωτογραφία του νεαρού, που πλήρωσε μια στιγμή απροσεξίας με τη ζωή του. Η ανάβαση, πάντως, δεν θεωρείται επικίνδυνη μέχρις ενός σημείου.

Τις υπόλοιπες μέρες βρίσκαμε καταφύγιο στην πιο ερημική και εύκολα προσεγγίσιμη «Γριά Βάθρα» κοντά στα Θέρμα. Στο χωριό συμβιώνουν αρμονικά οι ηλικιωμένοι κάτοικοι με την «εναλλακτική» νεολαία, η οποία εξακολουθεί να συρρέει παρότι τα κάποτε θρυλικά μουσικά φεστιβάλ έχουν πια χάσει την αίγλη τους.
Εντελώς διαφορετική είναι η ατμόσφαιρα στη Χώρα. Χτισμένος αμφιθεατρικά σε μεγάλο υψόμετρο, ο παραδοσιακός οικισμός πρόσφερε ιδανικό καταφύγιο στους κατοίκους στην περίπτωση εχθρικής εισβολής, ενώ η πανοραμική θέα από το- μισογκρεμισμένο, πλέον- μεσαιωνικό κάστρο εξασφάλιζε ότι κανένας δεν μπορούσε να πλησιάσει χωρίς να γίνει αντιληπτός.
Ενας μικρός, μισοξεχασμένος παράδεισος, η Σαμοθράκη είναι ένας πραγματικά μοναδικός τόπος. Δεν έχει όμως παραμείνει αλώβητη, όπως μαρτυρούν η απουσία υδρόβιας ζωής στα ρέματα και οι παράνομα κομμένοι κορμοί στα αιωνόβια δάση.
Kείμενο:Χριστίνα Σανούδου
Φωτογραφίες: Πάνος Μπαμπαλούκας
ΠΗΓΗ: http://news.kathimerini.gr/

Τους θερινούς μήνες, ένα δημοτικό λεωφορείο μεταφέρει όσους επιβάτες δεν διαθέτουν μεταφορικό μέσο από το λιμάνι -το μόνο σημείο του νησιού που θυμίζει τουριστικό προορισμό- στα δύο πολυσύχναστα δημοτικά κάμπινγκ και το μικρό, κατάφυτο χωριό των Θέρμων, με μία στάση στην Παλαιόπολη, όπου βρίσκεται το Ιερό των Μεγάλων Θεών.
Περιπλανηθήκαμε στα ερείπια της αρχαίας πόλης ένα μεσημέρι του Ιουλίου, με τα πλατάνια να μας προστατεύουν από τον ανελέητο ήλιο του καλοκαιριού.
Εκεί που κάποτε πλήθη πιστών συνέρρεαν για να λάβουν μέρος στα περίφημα Καβείρια Μυστήρια, σήμερα βασιλεύει η σιωπή, που διακόπτεται μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις, όταν στον αρχαιολογικό χώρο ξεναγούνται ομάδες τουριστών. Ωστόσο, το σκηνικό εγκατάλειψης που συνθέτουν τα διάσπαρτα χορταριασμένα μάρμαρα, οι πεσμένοι κίονες και η ανύπαρκτη ανθρώπινη παρουσία, δεν προκαλεί θλίψη, αλλά αντίθετα γαληνεύει.
Λίγα χιλιόμετρα πιο ανατολικά ρέει ο καταρράκτης του Φονιά - ο μεγαλύτερος του νησιού με ύψος 83 μ. Το ομώνυμο ρέμα είναι ίσως ο πιο δημοφιλής προορισμός της Σαμοθράκης, χάρη στις «βάθρες», όπως ονομάζουν οι ντόπιοι τις λιμνούλες που σχηματίζονται κατά μήκος των πολυάριθμων ρεμάτων.

Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, τα κατσίκια ήταν κάποτε περισσότερα από τους ανθρώπους του νησιού, όμως ο πληθυσμός τους έχει πια μειωθεί δραματικά, καθώς τυχαίνει να αποτελούν βασικό συστατικό μιας από τις ντόπιες σπεσιαλιτέ.
Ξεχασμένος παράδεισος
Για να αποφύγουμε τον συνωστισμό στις πρώτες βάθρες του Φονιά, περπατήσαμε αρκετή ώρα στο βραχώδες, γλιστερό μονοπάτι, προσπερνώντας τη φωτογραφία του νεαρού, που πλήρωσε μια στιγμή απροσεξίας με τη ζωή του. Η ανάβαση, πάντως, δεν θεωρείται επικίνδυνη μέχρις ενός σημείου.

Τις υπόλοιπες μέρες βρίσκαμε καταφύγιο στην πιο ερημική και εύκολα προσεγγίσιμη «Γριά Βάθρα» κοντά στα Θέρμα. Στο χωριό συμβιώνουν αρμονικά οι ηλικιωμένοι κάτοικοι με την «εναλλακτική» νεολαία, η οποία εξακολουθεί να συρρέει παρότι τα κάποτε θρυλικά μουσικά φεστιβάλ έχουν πια χάσει την αίγλη τους.
Εντελώς διαφορετική είναι η ατμόσφαιρα στη Χώρα. Χτισμένος αμφιθεατρικά σε μεγάλο υψόμετρο, ο παραδοσιακός οικισμός πρόσφερε ιδανικό καταφύγιο στους κατοίκους στην περίπτωση εχθρικής εισβολής, ενώ η πανοραμική θέα από το- μισογκρεμισμένο, πλέον- μεσαιωνικό κάστρο εξασφάλιζε ότι κανένας δεν μπορούσε να πλησιάσει χωρίς να γίνει αντιληπτός.
Ενας μικρός, μισοξεχασμένος παράδεισος, η Σαμοθράκη είναι ένας πραγματικά μοναδικός τόπος. Δεν έχει όμως παραμείνει αλώβητη, όπως μαρτυρούν η απουσία υδρόβιας ζωής στα ρέματα και οι παράνομα κομμένοι κορμοί στα αιωνόβια δάση.
Kείμενο:Χριστίνα Σανούδου
Φωτογραφίες: Πάνος Μπαμπαλούκας
ΠΗΓΗ: http://news.kathimerini.gr/
Labels:
ΒΟΥΝΑ,
κείμενα,
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ,
Σαμοθράκη,
ΤΑΞΙΔΙ
Tuesday, 3 April 2012
Ανοιξιάτικες αποχρώσεις στο φαράγγι του Βίκου

Kατηφορίζοντας το λιθόστρωτο μονοπάτι από την είσοδο του χωριού Βίκος, ανυπομονούσα να προσεγγίσω τις όχθες του ποταμού, που διακρινόταν ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση και, όπως πίστευα, διέτρεχε ολόκληρο το φαράγγι.
Το θέαμα που αντίκρισα φτάνοντας στο εσωτερικό της χαράδρας, ήταν ακόμα πιο εντυπωσιακό: στα δεξιά μας, ούτε ίχνος νερού δεν έρρεε ανάμεσα στις λείες κατάλευκες πέτρες, όμως στα αριστερά η στεγνή κοίτη έδινε τη θέση της σε έναν ορμητικό χείμαρρο, ο οποίος έμοιαζε να αναβλύζει από τη γη.
Αργότερα, έμαθα πως πρόκειται για δύο ποτάμια, το ένα εκ των οποίων σχηματίζεται από χιόνι, που λιώνει στα γύρω βουνά - αν και, σύμφωνα με ένα ζευγάρι πεζοπόρων, που συναντήσαμε στη διαδρομή, η πλήρης απουσία νερού μέσα στην άνοιξη δεν μπορεί παρά να οφείλεται σε κάποιου είδους ανθρώπινη παρέμβαση. Ακριβώς κάτω από το χωριό Βίκος, το ρέμα συναντά τις κύριες πηγές του ποταμού Βοϊδομάτη με τα κρυστάλλινα νερά, η θερμοκρασία των οποίων δεν ξεπερνά τους εννέα βαθμούς καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου.
Το φαράγγι φημίζεται για τις αποχρώσεις που παίρνουν οι φυλλωσιές των δέντρων το φθινόπωρο. Την άνοιξη όμως η εικόνα της Φύσης, που αναγενάται, είναι εξίσου καθηλωτική: η βλάστηση οργιάζει, αποκαλύπτοντας όλες τις πιθανές διαβαθμίσεις του πράσινου, τα νεαρά φύλλα των δέντρων γυαλίζουν στο φως του ήλιου και τα ανθισμένα αγριολούλουδα προσελκύουν σμήνη πολύχρωμων εντόμων.

Περπατήσαμε για περίπου τρεις ώρες ακολουθώντας το καλά σηματοδοτημένο μονοπάτι στα δεξιά της ξερής κοίτης, διασχίζοντας καταπράσινα δάση και ηλιόλουστα ξέφωτα, παρατηρώντας τις απόκρημνες πλαγιές και τους παράξενους ασβεστολιθικούς σχηματισμούς -ηλικίας δεκάδων εκατομμυρίων χρόνων- και τρομοκρατώντας σαύρες, βατράχια, πουλιά και άλλα είδη της τοπικής πανίδας.
Κάθε τόσο διασταυρωνόμασταν με άλλους περιπατητές, που συνομιλούσαν μεταξύ τους σε διάφορες γλώσσες. Το φαράγγι, όπως και οι γύρω βουνοκορφές, αποτελούν ιδιαίτερα δημοφιλείς προορισμούς για φυσιολάτρες από όλη την Ευρώπη, και όχι μόνο. Αντίθετα, οι περισσότεροι Ελληνες επισκέπτες που συναντήσαμε στην περιοχή αρκούνταν στο να θαυμάζουν τη θέα από ψηλά πριν κατευθυνθούν προς τις τοπικές ταβέρνες.

Μετά από περίπου δέκα χιλιόμετρα, το φαράγγι χωρίζεται στα δύο. Το δεξί τμήμα του ονομάζεται Βικάκι και εκτείνεται μέχρι το χωριό Μονοδέντρι, ενώ το αριστερό οδηγεί στις πλαγιές της Τύμφης, στις οποίες είχαμε περιπλανηθεί την προηγούμενη μέρα. Λίγο πριν από την ψηλότερη κορυφή του βουνού, την Γκαμήλα, και σε 2.000 υψόμετρο βρίσκεται η περίφημη Δρακόλιμνη - η πιο γνωστή από τις αλπικές λίμνες της Τύμφης και καταφύγιο του σπάνιου, μικροσκοπικού αλπικού τρίτωνα.
Στα τέλη Απριλίου, ο πάγος είχε αρχίσει να λιώνει, όμως τόσο η λίμνη όσο και οι επιβλητικές κορυφές που την περιβάλλουν, ήταν ακόμα ντυμένες στα λευκά. Στην απέναντι πλαγιά, είχαμε την τύχη να διακρίνουμε τις πατημασιές μιας από τις λιγοστές αρκούδες, που εξακολουθούν να βρίσκουν καταφύγιο στην οροσειρά της Πίνδου, αψηφώντας τις απειλές της λαθροθηρίας, της Εγνατίας Οδού και των ολοένα αυξανόμενων ορεινών δρόμων.

Καθώς είχαμε αφήσει το αυτοκίνητο στην αρχή της διαδρομής, πήραμε απρόθυμα τον δρόμο του γυρισμού αντί να διασχίσουμε ολόκληρο το φαράγγι ώς το Μονοδέντρι. Στις πηγές του Βοϊδομάτη, σταματήσαμε ξανά για να επιχειρήσουμε μία -ολιγόλεπτη, εξαιτίας του ψύχους- βουτιά στα πεντακάθαρα νερά του ποταμού και τελικά επιστρέψαμε στο χωριό με μία αθέλητη παράκαμψη, που μας οδήγησε στο μικρό εκκλησάκι της Παναγίας του Βίκου.
Ηταν ανήμερα το Μεγάλο Σάββατο, και η Ανάσταση με βρήκε κάπου στην Εθνική Οδό, εξαντλημένη όχι όμως και ενοχλημένη επειδή δεν έφτασα έγκαιρα στην Αθήνα - είχα πειστεί ότι η πραγματική «γιορτή» δεν συνέβαινε στους δρόμους της πόλης, αλλά στο μαγικό τοπίο που είχα αφήσει πίσω μου.
Kείμενο: Χριστίνα Σανούδου
Φωτογραφίες: Πάνος Μπαμπαλούκας
ΠΗΓΗ: http://news.kathimerini.gr/
Το θέαμα που αντίκρισα φτάνοντας στο εσωτερικό της χαράδρας, ήταν ακόμα πιο εντυπωσιακό: στα δεξιά μας, ούτε ίχνος νερού δεν έρρεε ανάμεσα στις λείες κατάλευκες πέτρες, όμως στα αριστερά η στεγνή κοίτη έδινε τη θέση της σε έναν ορμητικό χείμαρρο, ο οποίος έμοιαζε να αναβλύζει από τη γη.
Αργότερα, έμαθα πως πρόκειται για δύο ποτάμια, το ένα εκ των οποίων σχηματίζεται από χιόνι, που λιώνει στα γύρω βουνά - αν και, σύμφωνα με ένα ζευγάρι πεζοπόρων, που συναντήσαμε στη διαδρομή, η πλήρης απουσία νερού μέσα στην άνοιξη δεν μπορεί παρά να οφείλεται σε κάποιου είδους ανθρώπινη παρέμβαση. Ακριβώς κάτω από το χωριό Βίκος, το ρέμα συναντά τις κύριες πηγές του ποταμού Βοϊδομάτη με τα κρυστάλλινα νερά, η θερμοκρασία των οποίων δεν ξεπερνά τους εννέα βαθμούς καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου.
Το φαράγγι φημίζεται για τις αποχρώσεις που παίρνουν οι φυλλωσιές των δέντρων το φθινόπωρο. Την άνοιξη όμως η εικόνα της Φύσης, που αναγενάται, είναι εξίσου καθηλωτική: η βλάστηση οργιάζει, αποκαλύπτοντας όλες τις πιθανές διαβαθμίσεις του πράσινου, τα νεαρά φύλλα των δέντρων γυαλίζουν στο φως του ήλιου και τα ανθισμένα αγριολούλουδα προσελκύουν σμήνη πολύχρωμων εντόμων.

Περπατήσαμε για περίπου τρεις ώρες ακολουθώντας το καλά σηματοδοτημένο μονοπάτι στα δεξιά της ξερής κοίτης, διασχίζοντας καταπράσινα δάση και ηλιόλουστα ξέφωτα, παρατηρώντας τις απόκρημνες πλαγιές και τους παράξενους ασβεστολιθικούς σχηματισμούς -ηλικίας δεκάδων εκατομμυρίων χρόνων- και τρομοκρατώντας σαύρες, βατράχια, πουλιά και άλλα είδη της τοπικής πανίδας.
Κάθε τόσο διασταυρωνόμασταν με άλλους περιπατητές, που συνομιλούσαν μεταξύ τους σε διάφορες γλώσσες. Το φαράγγι, όπως και οι γύρω βουνοκορφές, αποτελούν ιδιαίτερα δημοφιλείς προορισμούς για φυσιολάτρες από όλη την Ευρώπη, και όχι μόνο. Αντίθετα, οι περισσότεροι Ελληνες επισκέπτες που συναντήσαμε στην περιοχή αρκούνταν στο να θαυμάζουν τη θέα από ψηλά πριν κατευθυνθούν προς τις τοπικές ταβέρνες.

Μετά από περίπου δέκα χιλιόμετρα, το φαράγγι χωρίζεται στα δύο. Το δεξί τμήμα του ονομάζεται Βικάκι και εκτείνεται μέχρι το χωριό Μονοδέντρι, ενώ το αριστερό οδηγεί στις πλαγιές της Τύμφης, στις οποίες είχαμε περιπλανηθεί την προηγούμενη μέρα. Λίγο πριν από την ψηλότερη κορυφή του βουνού, την Γκαμήλα, και σε 2.000 υψόμετρο βρίσκεται η περίφημη Δρακόλιμνη - η πιο γνωστή από τις αλπικές λίμνες της Τύμφης και καταφύγιο του σπάνιου, μικροσκοπικού αλπικού τρίτωνα.
Στα τέλη Απριλίου, ο πάγος είχε αρχίσει να λιώνει, όμως τόσο η λίμνη όσο και οι επιβλητικές κορυφές που την περιβάλλουν, ήταν ακόμα ντυμένες στα λευκά. Στην απέναντι πλαγιά, είχαμε την τύχη να διακρίνουμε τις πατημασιές μιας από τις λιγοστές αρκούδες, που εξακολουθούν να βρίσκουν καταφύγιο στην οροσειρά της Πίνδου, αψηφώντας τις απειλές της λαθροθηρίας, της Εγνατίας Οδού και των ολοένα αυξανόμενων ορεινών δρόμων.

Καθώς είχαμε αφήσει το αυτοκίνητο στην αρχή της διαδρομής, πήραμε απρόθυμα τον δρόμο του γυρισμού αντί να διασχίσουμε ολόκληρο το φαράγγι ώς το Μονοδέντρι. Στις πηγές του Βοϊδομάτη, σταματήσαμε ξανά για να επιχειρήσουμε μία -ολιγόλεπτη, εξαιτίας του ψύχους- βουτιά στα πεντακάθαρα νερά του ποταμού και τελικά επιστρέψαμε στο χωριό με μία αθέλητη παράκαμψη, που μας οδήγησε στο μικρό εκκλησάκι της Παναγίας του Βίκου.
Ηταν ανήμερα το Μεγάλο Σάββατο, και η Ανάσταση με βρήκε κάπου στην Εθνική Οδό, εξαντλημένη όχι όμως και ενοχλημένη επειδή δεν έφτασα έγκαιρα στην Αθήνα - είχα πειστεί ότι η πραγματική «γιορτή» δεν συνέβαινε στους δρόμους της πόλης, αλλά στο μαγικό τοπίο που είχα αφήσει πίσω μου.
Kείμενο: Χριστίνα Σανούδου
Φωτογραφίες: Πάνος Μπαμπαλούκας
ΠΗΓΗ: http://news.kathimerini.gr/
Labels:
ΒΙΚΟΣ,
κείμενα,
ΤΑΞΙΔΙ,
ΦΑΡΑΓΓΙ ΒΙΚΟΥ
Saturday, 21 January 2012
Οι αρχαιολόγοι στην υπηρεσία...του περιβάλλοντος
Περιοχή υψηλής περιβαλλοντικής και ιστορικής σημασίας, ιδανική τοποθεσία για τουριστική αξιοποίηση ή πολύτιμη θέση για την εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου μιας χώρας σε οικονομική ύφεση;
Εδώ και αρκετά χρόνια, η ευρύτερη περιοχή της Ιτέας, και ιδιαίτερα η έκταση μεταξύ των κόλπων «Καμιώτισσα» και «Λαρνάκι», δυτικά της πόλης, έχει μετατραπεί σε πεδίο μάχης με αφορμή τις εγκαταστάσεις επεξεργασίας και φόρτωσης βωξίτη που λειτουργούν -νόμιμα ή παράνομα, αναλόγως με την οπτική γωνία- από τις αρχές της δεκαετίας του ’70.
Τον περασμένο μήνα, το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο έλαβε για πρώτη φορά θέση επί του ζητήματος, γνωμοδοτώντας κατά της έγκρισης της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, που είχε υποβάλει η εταιρεία S&B Βιομηχανικά Ορυκτά Α.Ε., έτσι ώστε να εξασφαλίσει την παράταση της άδειας εκμετάλλευσης του χώρου για άλλη μία δεκαετία.
Ηταν μία μικρή «νίκη» για τους τοπικούς εξωραϊστικούς συλλόγους και τις περιβαλλοντικές οργανώσεις, που θεωρούν ότι η διαδικασία επεξεργασίας βωξίτη μολύνει το υπέδαφος και τη θάλασσα, απειλεί την υγεία των κατοίκων της περιοχής και αποτελεί εμπόδιο στην τουριστική αξιοποίηση της Ιτέας. Ωστόσο, το ζήτημα κατά πάσα πιθανότητα θα επανέλθει στο Συμβούλιο, αφού η απόφαση λήφθηκε με οριακή πλειοψηφία.
Η έγκριση του υπουργείου Πολιτισμού είναι απαραίτητη, δεδομένου ότι το σημείο βρίσκεται εντός του προστατευόμενου Δελφικού Τοπίου - για την ακρίβεια, απέχει περίπου 14 χλμ. από τους Δελφούς. Στο μεταξύ, εκκρεμεί η απόφαση του υπουργείου Περιβάλλοντος, καθώς η περιοχή βρίσκεται και εντός του δικτύου Natura 2000.
«Το τοπίο έχει υποστεί μη αναστρέψιμη βλάβη» υπογράμμισαν τα μέλη του ΚΑΣ, που συμμετείχαν στην επιτροπή αυτοψίας. Ανέφεραν, μάλιστα, ότι ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η αυτοψία, «κάποιοι φύτευαν πικροδάφνες» περιμετρικά των εγκαταστάσεων, σε μια προσπάθεια να βελτιώσουν κάπως την εικόνα του τοπίου. Αντικείμενο εκτενούς συζήτησης αποτέλεσε το κατά πόσο μπορεί να εξασφαλιστεί η τήρηση περιοριστικών όρων από πλευράς της εταιρείας, πρόταση που υποστήριξε η μειοψηφούσα μερίδα του Συμβουλίου.
Σύμφωνα όμως με εκπροσώπους τοπικών συλλόγων, οι εγκαταστάσεις όχι μόνο δεν πληρούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για ασφαλή λειτουργία, αλλά δεν είναι καν νόμιμες: «Η απόφαση για την επιχωμάτωση του κόλπου Λαρνάκι λήφθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’70, επί δικτατορίας, όμως επίσημα η άδεια δεν δόθηκε ποτέ», αναφέρει ο Δημήτρης Κουτρολίκος, πρόεδρος του Πολιτιστικού και Περιβαλλοντικού Συλλόγου Ιτέας «Καρτερία». Προσθέτει ότι η παραχώρηση των θέσεων προς εκμετάλλευση γίνεται από το Λιμενικό Ταμείο, το οποίο όμως περιγράφει το Λαρνάκι ως «ζώνη λιμένα», αποφεύγοντας έτσι να αναγνωρίσει ότι πρόκειται για «μπαζωμένο κόλπο».
Επιπλέον, στην περιοχή υπάρχουν «αυθαίρετες κατασκευές», αφού η δόμηση εντός του Δελφικού Τοπίου δεν επιτρέπεται χωρίς αδειοδότηση από την Αρχαιολογική Υπηρεσία. Για απουσία αδειών κάνει λόγο και η καταγγελία που κατέθεσαν στον εισαγγελέα η Κίνηση για τη Σωτηρία της Γκιώνας και το Παρατηρητήριο Μεταλλευτικών Δραστηριοτήτων τον Νοέμβριο του 2010.
Eπίσημη θέση της εταιρείας S&B είναι ότι διαθέτει όλες τις άδειες που απαιτούνται για τη λειτουργία των εγκαταστάσεών της στην Ιτέα, και ότι λαμβάνει μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος, έχοντας ήδη πραγματοποιήσει εκτεταμένα έργα αποκατάστασης σε ανενεργά μεταλλεία. Υποστηρίζει δε, ότι η πλειοψηφία της τοπικής κοινωνίας της Ιτέας τάσσεται υπέρ της λειτουργίας της, «όπως τεκμηριώνεται από τις θετικές αποφάσεις θεσμοθετημένων φορέων εκπροσώπησής της: του Τοπικού Συμβουλίου Ιτέας, της Περιβαλλοντικής Επιτροπής της Περιφέρειας και του Δ.Σ. του Λιμενικού Ταμείου».
Την άποψη διαψεύδουν άλλοι τοπικοί φορείς, όπως ο Σύλλογος «Καρτερία», καταγγέλλοντας ότι μέλη του δημοτικού συμβουλίου αλλά και της περιβαλλοντικής επιτροπής «έχουν άμεσο ή έμμεσο συμφέρον από τη συνέχιση της δραστηριότητας της S&B». Σύμφωνα με τον Δημήτρη Κουτρολίκο, η προσπάθεια της εταιρείας να αναβαθμίσει -ή να νομιμοποιήσει- τις εγκαταστάσεις τις στην Ιτέα σχετίζεται με την πρόσφατη συμφωνία για τη σταδιακή απόκτηση της δραστηριότητας βωξίτη της εταιρείας από την Αλουμίνιον Α.Ε. του ομίλου Μυτιληναίος.
«Ως έξυπνος επιχειρηματίας, ο Μυτιληναίος δεν θα επιδιώξει να αποκτήσει δικαίωμα εκμετάλλευσης εγκαταστάσεων, αν το καθεστώς λειτουργίας τους δεν είναι ξεκάθαρο» τονίζει, υπογραμμίζοντας ότι, μολονότι η σύμβαση παραχώρησης έληξε στις 31 Δεκεμβρίου, «οι εγκαταστάσεις εξακολουθούν να λειτουργούν κανονικά».
Κείμενο: Χριστίνα Σανούδου
Φωτογραφίες: http://karteria1.blogspot.com
ΠΗΓΗ: http://news.kathimerini.gr/
Εδώ και αρκετά χρόνια, η ευρύτερη περιοχή της Ιτέας, και ιδιαίτερα η έκταση μεταξύ των κόλπων «Καμιώτισσα» και «Λαρνάκι», δυτικά της πόλης, έχει μετατραπεί σε πεδίο μάχης με αφορμή τις εγκαταστάσεις επεξεργασίας και φόρτωσης βωξίτη που λειτουργούν -νόμιμα ή παράνομα, αναλόγως με την οπτική γωνία- από τις αρχές της δεκαετίας του ’70.
Τον περασμένο μήνα, το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο έλαβε για πρώτη φορά θέση επί του ζητήματος, γνωμοδοτώντας κατά της έγκρισης της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, που είχε υποβάλει η εταιρεία S&B Βιομηχανικά Ορυκτά Α.Ε., έτσι ώστε να εξασφαλίσει την παράταση της άδειας εκμετάλλευσης του χώρου για άλλη μία δεκαετία.
Ηταν μία μικρή «νίκη» για τους τοπικούς εξωραϊστικούς συλλόγους και τις περιβαλλοντικές οργανώσεις, που θεωρούν ότι η διαδικασία επεξεργασίας βωξίτη μολύνει το υπέδαφος και τη θάλασσα, απειλεί την υγεία των κατοίκων της περιοχής και αποτελεί εμπόδιο στην τουριστική αξιοποίηση της Ιτέας. Ωστόσο, το ζήτημα κατά πάσα πιθανότητα θα επανέλθει στο Συμβούλιο, αφού η απόφαση λήφθηκε με οριακή πλειοψηφία.
Η έγκριση του υπουργείου Πολιτισμού είναι απαραίτητη, δεδομένου ότι το σημείο βρίσκεται εντός του προστατευόμενου Δελφικού Τοπίου - για την ακρίβεια, απέχει περίπου 14 χλμ. από τους Δελφούς. Στο μεταξύ, εκκρεμεί η απόφαση του υπουργείου Περιβάλλοντος, καθώς η περιοχή βρίσκεται και εντός του δικτύου Natura 2000.
«Το τοπίο έχει υποστεί μη αναστρέψιμη βλάβη» υπογράμμισαν τα μέλη του ΚΑΣ, που συμμετείχαν στην επιτροπή αυτοψίας. Ανέφεραν, μάλιστα, ότι ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η αυτοψία, «κάποιοι φύτευαν πικροδάφνες» περιμετρικά των εγκαταστάσεων, σε μια προσπάθεια να βελτιώσουν κάπως την εικόνα του τοπίου. Αντικείμενο εκτενούς συζήτησης αποτέλεσε το κατά πόσο μπορεί να εξασφαλιστεί η τήρηση περιοριστικών όρων από πλευράς της εταιρείας, πρόταση που υποστήριξε η μειοψηφούσα μερίδα του Συμβουλίου.
Σύμφωνα όμως με εκπροσώπους τοπικών συλλόγων, οι εγκαταστάσεις όχι μόνο δεν πληρούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για ασφαλή λειτουργία, αλλά δεν είναι καν νόμιμες: «Η απόφαση για την επιχωμάτωση του κόλπου Λαρνάκι λήφθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’70, επί δικτατορίας, όμως επίσημα η άδεια δεν δόθηκε ποτέ», αναφέρει ο Δημήτρης Κουτρολίκος, πρόεδρος του Πολιτιστικού και Περιβαλλοντικού Συλλόγου Ιτέας «Καρτερία». Προσθέτει ότι η παραχώρηση των θέσεων προς εκμετάλλευση γίνεται από το Λιμενικό Ταμείο, το οποίο όμως περιγράφει το Λαρνάκι ως «ζώνη λιμένα», αποφεύγοντας έτσι να αναγνωρίσει ότι πρόκειται για «μπαζωμένο κόλπο».
Επιπλέον, στην περιοχή υπάρχουν «αυθαίρετες κατασκευές», αφού η δόμηση εντός του Δελφικού Τοπίου δεν επιτρέπεται χωρίς αδειοδότηση από την Αρχαιολογική Υπηρεσία. Για απουσία αδειών κάνει λόγο και η καταγγελία που κατέθεσαν στον εισαγγελέα η Κίνηση για τη Σωτηρία της Γκιώνας και το Παρατηρητήριο Μεταλλευτικών Δραστηριοτήτων τον Νοέμβριο του 2010.
Eπίσημη θέση της εταιρείας S&B είναι ότι διαθέτει όλες τις άδειες που απαιτούνται για τη λειτουργία των εγκαταστάσεών της στην Ιτέα, και ότι λαμβάνει μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος, έχοντας ήδη πραγματοποιήσει εκτεταμένα έργα αποκατάστασης σε ανενεργά μεταλλεία. Υποστηρίζει δε, ότι η πλειοψηφία της τοπικής κοινωνίας της Ιτέας τάσσεται υπέρ της λειτουργίας της, «όπως τεκμηριώνεται από τις θετικές αποφάσεις θεσμοθετημένων φορέων εκπροσώπησής της: του Τοπικού Συμβουλίου Ιτέας, της Περιβαλλοντικής Επιτροπής της Περιφέρειας και του Δ.Σ. του Λιμενικού Ταμείου».
Την άποψη διαψεύδουν άλλοι τοπικοί φορείς, όπως ο Σύλλογος «Καρτερία», καταγγέλλοντας ότι μέλη του δημοτικού συμβουλίου αλλά και της περιβαλλοντικής επιτροπής «έχουν άμεσο ή έμμεσο συμφέρον από τη συνέχιση της δραστηριότητας της S&B». Σύμφωνα με τον Δημήτρη Κουτρολίκο, η προσπάθεια της εταιρείας να αναβαθμίσει -ή να νομιμοποιήσει- τις εγκαταστάσεις τις στην Ιτέα σχετίζεται με την πρόσφατη συμφωνία για τη σταδιακή απόκτηση της δραστηριότητας βωξίτη της εταιρείας από την Αλουμίνιον Α.Ε. του ομίλου Μυτιληναίος.
«Ως έξυπνος επιχειρηματίας, ο Μυτιληναίος δεν θα επιδιώξει να αποκτήσει δικαίωμα εκμετάλλευσης εγκαταστάσεων, αν το καθεστώς λειτουργίας τους δεν είναι ξεκάθαρο» τονίζει, υπογραμμίζοντας ότι, μολονότι η σύμβαση παραχώρησης έληξε στις 31 Δεκεμβρίου, «οι εγκαταστάσεις εξακολουθούν να λειτουργούν κανονικά».
Κείμενο: Χριστίνα Σανούδου
Φωτογραφίες: http://karteria1.blogspot.com
ΠΗΓΗ: http://news.kathimerini.gr/
Labels:
ΒΩΞΙΤΗΣ,
ΙΤΕΑ,
κείμενα,
ΚΟΙΝΩΝΙΑ,
ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ,
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ,
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
Saturday, 22 October 2011
Καισάρεια: Όταν η Ανατολή συναντά τη Δύση

Μέχρι στιγμής, η ανάπτυξη δεν φαίνεται να συνοδεύεται από τη φτώχεια, τα σκουπίδια και την άναρχη δόμηση, που συναντά κανείς σε άλλες τουρκικές μεγαλουπόλεις, όπως η Σμύρνη και η Κωνσταντινούπολη. Σε αντίθεση, όμως, με τον κοσμοπολίτικο αέρα, που πνέει στους πιο τουριστικούς προορισμούς της Καππαδοκίας, η Καισάρεια είναι μία συντηρητική πόλη, όπως μαρτυρούν τόσο το σεμνό ντύσιμο των γυναικών όσο και η παντελής έλλειψη νυχτερινής ζωής.
Τα απογεύματα, οι νέοι της περιοχής συχνάζουν στα χαρακτηριστικά αρτοποιεία-καφέ, όπου καταναλώνουν παραδοσιακά γλυκίσματα και νες καφέ, όμως από τις 10 και μετά η πόλη μοιάζει εγκαταλελειμμένη, οι ελάχιστοι περαστικοί είναι αποκλειστικά άντρες, ενώ αλκοόλ σερβίρεται μόνο στα δυτικού τύπου ξενοδοχεία. Οι λάτρεις του καλού φαγητού πάντως δεν θα απογοητευτούν, αφού τα- περιορισμένα σε αριθμό- καλά εστιατόρια της περιοχής προσφέρουν εξαιρετικό φαγητό σε χαμηλές τιμές.

Τα τοπικά αξιοθέατα περιλαμβάνουν το Βυζαντινό κάστρο, χρονολογούμενο γύρω στο 1500 π.Χ., πίσω από τα τείχη του οποίου κρύβεται το παζάρι της πόλης, το μεγάλο τζαμί, ένα λαογραφικό μουσείο, κατάλοιπα από τα χρόνια κυριαρχίας των Σελτζούκων και των Οθωμανών, και ορισμένες περίτεχνες κατοικίες του 18ου και 19ου αιώνα, οι οποίες διασώθηκαν από τις μαζικές κατεδαφίσεις της δεκαετίας του 1970.

To μικρό και μάλλον κακοδιατηρημένο αρχαιολογικό μουσείο της πόλης βρίσκεται στα όρια ενός απέραντου, καταπράσινου νεκροταφείου- οι κάτοικοι της περιοχής το αντιμετωπίζουν ως ακόμα ένα πάρκο αναψυχής, ιδανικό για πικ νικ και οικογενειακούς περιπάτους. Ίσως το πιο εντυπωσιακό σημείο αναφοράς της περιοχής είναι το ίδιο το όρος Ερσίγες με την βραχώδη κορυφή του να αγγίζει τα 3.917 μέτρα.
Κείμενο:Χριστίνα Σανούδου
Φωτογραφίες: Πάνος Μπαμπαλούκας
Friday, 22 July 2011
Κουρδιστάν: Ταξίδι στην ιστορία
Δεν γνωρίζουμε ακόμα γιατί η προϊστορική γυναίκα, τον σκελετό της οποίας εντόπισαν οι Ελληνες αρχαιολόγοι στην πόλη των Αρβύλων, τοποθετήθηκε στην τελευταία της κατοικίας με το πρόσωπο στραμμένο προς τα κάτω. Θα χρειαστούν αρκετά χρόνια ερευνών για να διαπιστώσουμε αν το θραύσμα αττικού αγγείου του 4ου π. Χ. αιώνα είχε κάποια σχέση με την κάθοδο των Μυρίων, που εξιστορεί τόσο λεπτομερώς ο Ξενοφώντας. Είναι όμως σχεδόν βέβαιο ότι οι ανασκαφές, που πραγματοποιεί ομάδα του Πανεπιστημίου Αθηνών στην αυτόνομη περιφέρεια του Κουρδιστάν, στο βόρειο Ιράκ, θα έχουν ως αποτέλεσμα σημαντικά ευρήματα, ενώ δεν αποκλείεται να αποτελέσουν σημείο αναφοράς για την αρχαιολογία της ευρύτερης -και σε μεγάλο βαθμό ανεξερεύνητης- περιοχής.
Οι πρώτες έρευνες διενεργήθηκαν τον Απρίλιο υπό τη διεύθυνση του λέκτορα αρχαιολογίας ανατολικών πολιτισμών Κωνσταντίνου Κοπανιά, και σχεδιάζεται να συνεχιστούν το ερχόμενο φθινόπωρο. Παράλληλα, ομάδα ιστορικών του Πανεπιστημίου, με επικεφαλής τον καθηγητή Κωνσταντίνο Μπουραζέλη, έχει αναλάβει να καταγράψει τις ελληνιστικές και ρωμαϊκές αρχαιότητες στο βόρειο Ιράκ, αλλά και να αναζητήσει το πεδίο της μάχης των Γαυγαμήλων κατά παραγγελία του κυβερνήτη των Αρβύλων, ο οποίος αντιλαμβάνεται τα οφέλη που μπορεί να έχει μια τέτοια ανακάλυψη για την ανάπτυξη της περιοχής. Μία προκαταρκτική έρευνα διεξήγαγαν ήδη ο Θάνος Σίδερης του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού και ο Κλεάνθης Ζουμπουλάκης του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Απέραντες πεδιάδες σπαρμένες με αμέτρητα θραύσματα αρχαίας κεραμικής και τεχνητοί λόφοι δημιουργημένοι από αλλεπάλληλες περιόδους κατοίκησης συνθέτουν έναν αρχαιολογικό παράδεισο, σε έναν τόπο που αγωνίζεται να απαλλαχθεί από τα φορτία του αιματηρού του παρελθόντος. Η Μεσοποταμία διένυε ήδη τη Χαλκολιθική Εποχή όταν οι κάτοικοι του Ευρωπαϊκού χώρου δεν είχαν ακόμα αρχίσει να πειραματίζονται με τη χρήση του μετάλλου, ενώ στις εύφορες πεδιάδες της περιοχής πιστεύεται ότι ξεκίνησε για πρώτη φορά η γεωργία. Τον περασμένο Μάιο, η 14μελής ελληνική ομάδα επικέντρωσε την προσοχή της στη μικρότερη από τις δύο θέσεις, τις οποίες έχει την άδεια να διερευνήσει. Το Tell Nader- tell σημαίνει λόφος, ενώ Nader Mohammed είναι το όνομα του αρχαιολόγου που τον ανακάλυψε- μέσα στα όρια της πόλης Erbil, σώθηκε την τελευταία στιγμή πριν οικοδομηθεί. Τα ανώτερα στρώματα χώματος είχαν ήδη αφαιρεθεί από εκσκαφέα, έτσι σε ελάχιστο βάθος η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως τα ίχνη μιας αγροικίας, που εκτιμάται ότι ήταν σε χρήση από την ύστερη 6η ώς τα τέλη της 2ης π.Χ. χιλιετίας.
Εντός των ορίων του οικισμού ανακαλύφθηκαν υπολείμματα εστιών, αποθηκευτικοί χώροι επενδεδυμένοι με πηλό για την προστασία των περιεχομένων τους από τα τρωκτικά, τάφοι, πέντε πήλινα ειδώλια ζώων, περισσότερα από 18.000 θραύσματα αγγείων και σχεδόν 3.000 λίθινα αντικείμενα. Ανάμεσά τους και ορισμένα εργαλεία από οψιανό, γεγονός που μαρτυρά ότι οι κάτοικοι του οικισμού είχαν εμπορικές σχέσεις με τόπους εξόρυξης του ηφαιστειογενούς πετρώματος. Οστά οικόσιτων ζώων - αιγοπροβάτων, χοίρων, σκύλων κ. ά. - μαρτυρούν ότι οι κάτοικοι του οικισμού μάλλον επιδίδονταν στην κτηνοτροφία, ενώ ορισμένα μικρά πήλινα αντικείμενα δεν αποκλείεται να ήταν λογιστικά σύμβολα. Αρχιτεκτονικά κατάλοιπα δεν έχουν ακόμα έρθει στο φως, όλα όμως δείχνουν ότι κάτι τέτοιο είναι μόνο θέμα χρόνου. «Θέσεις αυτής της περιόδου δεν έχουν ερευνηθεί συστηματικά στην ευρύτερη περιοχή», υπογραμμίζει ο κ. Κοπανιάς, γι’ αυτό και η συγκεκριμένη ανασκαφή μπορεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς για μετέπειτα έρευνες.
Ο πρώτος σκελετός, θαμμένος μέσα σε ένα αγγείο, εντοπίστηκε τυχαία στη θέση Tell Nader λίγο πριν καταφτάσουν στο Κουρδιστάν οι Ελληνες ανασκαφείς. Οι Κούρδοι αρχαιολόγοι μετέφεραν τα οστά στο τοπικό μουσείο, όμως κατάχωσαν ξανά το σπασμένο αγγείο «αφού δεν διέθεταν συντηρητές για να το συγκολλήσουν». Ο δεύτερος σκελετός -πιθανότατα μιας ενήλικης γυναίκας-, ανακαλύφθηκε λίγο αργότερα, μέσα σε έναν στρογγυλό τάφο. Χιλιάδες χρόνια μετά τον ενταφιασμό της, ταξίδεψε στην Ελλάδα για να μελετηθεί από τη δρα Sherry Fox, διευθύντρια του Εργαστηρίου Wiener της Αμερικανικής Σχολής Κλασσικών Σπουδών στην Αθήνα, πριν επιστρέψει ξανά στα πάτρια εδάφη.
Μέσα στους επόμενους μήνες, οι μελετητές θα έχουν περισσότερα στοιχεία για την ηλικία και τα αίτια θανάτου της νεκρής, καθώς και την ακριβή χρονολόγησή της. Ισως, όμως, να μη μάθουμε ποτέ τι είδους ατύχημα ή επίθεση ευθύνεται για τη μεγάλη οπή στο κρανίο της, που όμως επουλώθηκε φυσικά και δεν σχετίζεται με τον θάνατο της, ή γιατί τοποθετήθηκε στην τελευταία της κατοικία σε αυτήν την παράξενη στάση. Εκτός από τον σκελετό, στο εξωτερικό ταξίδεψαν επίσης φυτικά κατάλοιπα και άλλα ευρήματα, για να μελετηθούν από ειδικούς σε πανεπιστήμια και ερευνητικά ιδρύματα ανά τον κόσμο. «Οταν ολοκληρωθούν οι έρευνες, θα έχουμε μία πλήρη εικόνα της καθημερινής ζωής της περιόδου», εξηγεί ο υπεύθυνος της ανασκαφής.
Tο μεγαλύτερο ενδιαφέρον, τουλάχιστον για το ευρύ κοινό, παρουσιάζει η δεύτερη και μεγαλύτερη αρχαιολογική θέση, όπου δεν έχουν ακόμα ξεκινήσει οι ανασκαφές. Ο λόφος Tell Baqrta, 28 χλμ. νότια του Erbil και ύψους 20 μ., πιθανότατα κατοικήθηκε σχεδόν αδιάλειπτα από την 6η χιλιετία π.Χ. ώς τους ισλαμικούς χρόνους και στο εσωτερικό του εκτιμάται ότι κρύβονται αρχιτεκτονικά κατάλοιπα των διαδοχικών φάσεων ενός ολόκληρου αστικού κέντρου. Σε κοντινή απόσταση, ο Θάνος Σίδερης εντόπισε ένα αττικό όστρακο, προερχόμενο πιθανότατα από οινοχόη του πρώτου μισού του 4ου αιώνα π.Χ.
Η ανακάλυψη έγινε εντελώς τυχαία, αφού η ελληνική ομάδα δεν βρισκόταν στην περιοχή για να αναζητήσει ελληνικά ευρήματα. «Ο συσχετισμός του οστράκου με τους Μυρίους του Ξενοφώντα είναι ένα ιδιαίτερα δελεαστικό σενάριο, αν και οπωσδήποτε είναι πάρα πολύ νωρίς για τέτοιου είδους συμπεράσματα», υπογραμμίζει ο κ. Κοπανιάς. Πάντως, σύμφωνα με τις περιγραφές του αρχαίου ιστορικού, οι Ελληνες μισθοφόροι περιπλανήθηκαν στις αχανείς πεδιάδες του σημερινού Κουρδιστάν, αφού δεν είχαν την επιλογή να επιστρέψουν στην πατρίδα από την πεπατημένη οδό, που ακολουθούσε τον ρου του ποταμού Ευφράτη. Αντί αυτής, πέρασαν τον ποταμό Λύκο (Zab), λίγα χιλιόμετρα από τη θέση Tell Baqrta, και στη συνέχεια κινήθηκαν σχεδόν παράλληλα με τον Τίγρη πριν διασχίσουν τα δύσβατα βουνά της γης των Καρδούχων, τους οποίους πολλοί σύγχρονοι Κούρδοι θεωρούν προγόνους τους.
Πλέον, ένας από τους ασφαλέστερους προορισμούς στη Μέση Ανατολή, το Κουρδιστάν, γνωρίζει πρωτόγνωρη οικονομική ανάκαμψη, όπως καταδεικνύει ήδη η παρουσία πλήθους ξένων εταιρειών στην περιοχή. Αισθητή είναι ώς τώρα η απουσία της χώρας μας, μολονότι οι τοπικές αρχές είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικές – αυτό τουλάχιστον έσπευσαν να επισημάνουν τα μέλη της υψηλόβαθμης κουρδικής αποστολής που ήρθε στην Ελλάδα τον περασμένο μήνα με αφορμή την ολοκλήρωση της πρώτης ανασκαφικής περιόδου.
Μόνη επίσημη ελληνική παρουσία στην ευρύτερη περιοχή είναι η πρεσβεία της Βαγδάτης, η οποία υποστήριξε εμπράκτως το έργο της ελληνικής αποστολής. Χάρη στις προσπάθειες του Ελληνα πρέσβη, Μερκούριου Καραφωτιά, η ομάδα του Πανεπιστημίου Αθηνών ήταν η μοναδική ξένη αρχαιολογική αποστολή που κατόρθωσε να λάβει άδεια για τη διενέργεια ανασκαφών και από την κεντρική κυβέρνηση του Ιράκ. Είναι, επίσης, η μόνη στην οποία επετράπη να εξαγάγει ευρήματα από το Κουρδιστάν για να τα μελετήσει.
«Σε άλλους δεν επιτρέπουν ούτε καν να μετακινήσουν τα εκθέματα από το μουσείο», αναφέρει ο κ. Κοπανιάς. Πρόκειται, ίσως, για μιας μορφής αναγνώριση του σεβασμού που έχουν μέχρι τώρα δείξει οι Ελληνες ερευνητές προς τις κουρδικές αρχές αλλά και προς τις ίδιες τις αρχαιότητες της χώρας. Στο παρελθόν, κάποιες αρχαιολογικές αποστολές έχουν ακολουθήσει πιο τυχοδιωκτικές πρακτικές, εκμεταλλευόμενες την απουσία ελεγκτικών μηχανισμών για να αναζητήσουν «μεγάλα» ευρήματα, όπως επιγραφές ή πολύτιμα μέταλλα, χρησιμοποιώντας πρόχειρες μεθόδους που δύνανται να καταστρέψουν ολόκληρα αρχαιολογικά στρώματα.
Κείμενο: Χριστίνα Σανούδου
Labels:
ΑΡΒΗΛΑ,
ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ,
ΓΑΥΓΑΜΗΛΑ,
ΕΡΜΠΙΛ,
ΚΑΘΟΔΟΣ ΜΥΡΙΩΝ,
κείμενα,
ΚΟΥΡΔΙΣΤΑΝ,
ΜΟΥΣΕΙΟ ΙΡΑΚ,
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ,
ΤΑΞΙΔΙ
Saturday, 18 June 2011
Λιουμπλιάνα
Η Λιουμπλιάνα επιφυλάσσει μια έκπληξη σε όσους την επισκέπτονται περιμένοντας να αντικρίσουν μια τυπική πρωτεύουσα του πρώην ανατολικού μπλοκ. Χτισμένη ανάμεσα σε κατάφυτους λόφους στις όχθες του ποταμού Λιουμπλιάνιτσα, με λιθόστρωτους δρόμους, κτίρια μπαρόκ και αρτ νουβό αισθητικής και το επιβλητικό κάστρο της, με εμφανή στοιχεία αυστρο-ουγγρικής αρχιτεκτονικής, θυμίζει περισσότερο επαρχιακή κωμόπολη της κεντρικής Ευρώπης.
Σύμφωνα με έναν μύθο, η πόλη ιδρύθηκε από τον Ιάσονα και τους Αργοναύτες, όταν επέστρεφαν από την εκστρατεία τους. Η σύγχρονη σλοβενική πρωτεύουσα, με λιγότερους από 300.000 κατοίκους -εκ των οποίων σχεδόν οι 65.000 είναι φοιτητές-, κινείται σε χαλαρούς ρυθμούς, έχοντας διατηρήσει εν πολλοίς τον παραδοσιακό της χαρακτήρα.
Νεανικά ξενοδοχεία, μικροσκοπικά καφέ και μπαρ με εξαιρετικά χαμηλές για τα ελληνικά δεδομένα τιμές έχουν αναπτυχθεί στο παλιό -και ομορφότερο- κομμάτι της, ως αποτέλεσμα της ταχύτατης τουριστικής ανάπτυξης της χώρας. To απέραντο πάρκο Tivoli ενδείκνυται για περιπάτους, παρά τις χαμηλές θερμοκρασίες, που επικρατούν το χειμώνα, και τις συχνές καλοκαιρινές βροχές.
Γενέτειρα λογοτεχνών, επιστημόνων και φιλοσόφων, μεταξύ των οποίων ο ο γνωστός στο ελληνικό κοινό Slavoj Zizek, και έδρα του σημαντικότερου πανεπιστημίου της Σλοβενίας, δίνει την εντύπωση μιας πόλης διανοουμένων, με πλήθος ανεξάρτητων «ψαγμένων» βιβλιοπωλείων, ευφυή πολιτικοποιημένα γκράφιτι στους τοίχους και ρήσεις μεγάλων στοχαστών, όπως ο Σωκράτης, να αναγράφονται στην άσφαλτο, δίπλα από τις διαβάσεις πεζών.
Κείμενο-φωτογραφίες: Χριστίνα Σανούδου
Σύμφωνα με έναν μύθο, η πόλη ιδρύθηκε από τον Ιάσονα και τους Αργοναύτες, όταν επέστρεφαν από την εκστρατεία τους. Η σύγχρονη σλοβενική πρωτεύουσα, με λιγότερους από 300.000 κατοίκους -εκ των οποίων σχεδόν οι 65.000 είναι φοιτητές-, κινείται σε χαλαρούς ρυθμούς, έχοντας διατηρήσει εν πολλοίς τον παραδοσιακό της χαρακτήρα.
Νεανικά ξενοδοχεία, μικροσκοπικά καφέ και μπαρ με εξαιρετικά χαμηλές για τα ελληνικά δεδομένα τιμές έχουν αναπτυχθεί στο παλιό -και ομορφότερο- κομμάτι της, ως αποτέλεσμα της ταχύτατης τουριστικής ανάπτυξης της χώρας. To απέραντο πάρκο Tivoli ενδείκνυται για περιπάτους, παρά τις χαμηλές θερμοκρασίες, που επικρατούν το χειμώνα, και τις συχνές καλοκαιρινές βροχές.
Γενέτειρα λογοτεχνών, επιστημόνων και φιλοσόφων, μεταξύ των οποίων ο ο γνωστός στο ελληνικό κοινό Slavoj Zizek, και έδρα του σημαντικότερου πανεπιστημίου της Σλοβενίας, δίνει την εντύπωση μιας πόλης διανοουμένων, με πλήθος ανεξάρτητων «ψαγμένων» βιβλιοπωλείων, ευφυή πολιτικοποιημένα γκράφιτι στους τοίχους και ρήσεις μεγάλων στοχαστών, όπως ο Σωκράτης, να αναγράφονται στην άσφαλτο, δίπλα από τις διαβάσεις πεζών.
Κείμενο-φωτογραφίες: Χριστίνα Σανούδου
Labels:
κείμενα,
ΛΙΟΥΜΠΛΙΑΝΑ,
ΣΛΟΒΕΝΙΑ,
ΤΑΞΙΔΙ
Sunday, 29 May 2011
Όταν τα σχολεία γίνονται μουσεία...
Εκεί που κάποτε ηχούσαν παιδικές φωνές, τώρα ακούγεται ένας απόκοσμος θρήνος. Σκοπός του νέου Μουσείου Τσόκλη, στο παλιό δημοτικό σχολείο του Κάμπου στην Τήνο, δεν είναι βέβαια να καταθλίψει τους επισκέπτες, ούτε να τους θυμίσει πως η μέση ηλικία του ντόπιου πληθυσμού ακολουθεί σταδιακά ανοδική πορεία.
Ωστόσο, η «Απρονοησία του Προμηθέα» -η πρόσφατη, υποβλητική εγκατάσταση του γνωστού εικαστικού- κατορθώνει να διεισδύσει στα ενδότερα της σκέψης ακόμα και των πεισματικά αισιόδοξων, θέτοντας βαθιά αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με τη φύση του ανθρώπου και το μέλλον της ανθρωπότητας. Ενα σύμπλεγμα από ζωγραφική, βίντεο και μεγάλους καθρέφτες, το έργο δημιουργεί την εντύπωση ότι ολόκληρη η αίθουσα φλέγεται και όσοι εισέρχονται βρίσκονται εν μέσω μιας πυρκαγιάς, ενώ ο ήχος κλάματος στο βάθος είναι σχεδόν ανατριχιαστικό.
Εμφανώς επηρεασμένη από την αγριότητα των καιρών μας, αλλά και από γεγονότα του πρόσφατου παρελθόντος, όπως οι πυρκαγιές του 2007, η εγκατάσταση αναδεικνύει τη διττή φύση της φωτιάς «που ζεσταίνει και γοητεύει αλλά ταυτόχρονα μπορεί να φέρει την καταστροφή», εξηγεί η καλλιτεχνική σύμβουλος του Μουσείου, Ευρυδίκη Τρισόν-Μιλσανή.
«Ο Τσόκλης είναι ένας καλλιτέχνης που θέλει να εντυπωσιάζει, θέλει να συγκινεί. Και χρησιμοποιεί όλα τα μέσα για να το επιτύχει», προσθέτει. Οι σταυροί στους τοίχους μπορεί να συμβολίζουν «τον θάνατο, τον πόλεμο ή και τη σταύρωση της ίδιας της δημιουργικής διαδικασίας», όμως το έργο παραμένει ανοιχτό προς ερμηνεία, κι αυτό που υπερισχύει τελικά είναι το συναίσθημα, όχι οι λογικές ερμηνείες.
O ίδιος ο δημιουργός, πάντως, αρνείται να αναλάβει τον ρόλο του κριτή -ή του επικριτή- των κοινωνικών εξελίξεων. Οι καλλιτέχνες «δεν θα γίνουν ποτέ μαριονέτες, ούτε θα ικανοποιήσουν τις φαντασιώσεις όσων τόσο καιρό μας αγνοούσαν», τονίζει εμφατικά. «Οι καλλιτέχνες είμαστε παρατηρητές. Δεν κρίνουμε. Και τα καλά και τα κακά είναι εξίσου ενδιαφέροντα για μας».
Το κλίμα είναι σαφώς λιγότερο βαρύ στην πρώτη αίθουσα του Μουσείου, όπου κυριαρχεί η σειρά πολύχρωμων πορτρέτων των φίλων του Τσόκλη σε φυσικό μέγεθος, με τίτλο «Οι Αγιοι Φίλοι μου». Εν τούτοις, και εδώ υπάρχει μια αδιόρατη υπενθύμιση της ανθρώπινης θνητότητας, αφού πολλοί από τους απεικονιζόμενους έχουν πια φύγει από τη ζωή. «Είμαι σχεδόν ο μόνος εν ζωή καλλιτέχνης της γενιάς του ’60», αναγνωρίζει ο εικαστικός. «Υπήρξαμε κι εμείς ανάμεσα στις διεθνείς πρωτοπορίες», συνεχίζει, διευκρινίζοντας ότι κύριος στόχος του Μουσείου είναι «να αποκατασταθεί μια αλήθεια» σχετικά με την αξία αυτής της εικαστικής γενιάς, η οποία «δεν έχει γίνει ακόμα κατανοητή».
Ωστόσο, η «Απρονοησία του Προμηθέα» -η πρόσφατη, υποβλητική εγκατάσταση του γνωστού εικαστικού- κατορθώνει να διεισδύσει στα ενδότερα της σκέψης ακόμα και των πεισματικά αισιόδοξων, θέτοντας βαθιά αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με τη φύση του ανθρώπου και το μέλλον της ανθρωπότητας. Ενα σύμπλεγμα από ζωγραφική, βίντεο και μεγάλους καθρέφτες, το έργο δημιουργεί την εντύπωση ότι ολόκληρη η αίθουσα φλέγεται και όσοι εισέρχονται βρίσκονται εν μέσω μιας πυρκαγιάς, ενώ ο ήχος κλάματος στο βάθος είναι σχεδόν ανατριχιαστικό.
Εμφανώς επηρεασμένη από την αγριότητα των καιρών μας, αλλά και από γεγονότα του πρόσφατου παρελθόντος, όπως οι πυρκαγιές του 2007, η εγκατάσταση αναδεικνύει τη διττή φύση της φωτιάς «που ζεσταίνει και γοητεύει αλλά ταυτόχρονα μπορεί να φέρει την καταστροφή», εξηγεί η καλλιτεχνική σύμβουλος του Μουσείου, Ευρυδίκη Τρισόν-Μιλσανή.
«Ο Τσόκλης είναι ένας καλλιτέχνης που θέλει να εντυπωσιάζει, θέλει να συγκινεί. Και χρησιμοποιεί όλα τα μέσα για να το επιτύχει», προσθέτει. Οι σταυροί στους τοίχους μπορεί να συμβολίζουν «τον θάνατο, τον πόλεμο ή και τη σταύρωση της ίδιας της δημιουργικής διαδικασίας», όμως το έργο παραμένει ανοιχτό προς ερμηνεία, κι αυτό που υπερισχύει τελικά είναι το συναίσθημα, όχι οι λογικές ερμηνείες.
O ίδιος ο δημιουργός, πάντως, αρνείται να αναλάβει τον ρόλο του κριτή -ή του επικριτή- των κοινωνικών εξελίξεων. Οι καλλιτέχνες «δεν θα γίνουν ποτέ μαριονέτες, ούτε θα ικανοποιήσουν τις φαντασιώσεις όσων τόσο καιρό μας αγνοούσαν», τονίζει εμφατικά. «Οι καλλιτέχνες είμαστε παρατηρητές. Δεν κρίνουμε. Και τα καλά και τα κακά είναι εξίσου ενδιαφέροντα για μας».
Το κλίμα είναι σαφώς λιγότερο βαρύ στην πρώτη αίθουσα του Μουσείου, όπου κυριαρχεί η σειρά πολύχρωμων πορτρέτων των φίλων του Τσόκλη σε φυσικό μέγεθος, με τίτλο «Οι Αγιοι Φίλοι μου». Εν τούτοις, και εδώ υπάρχει μια αδιόρατη υπενθύμιση της ανθρώπινης θνητότητας, αφού πολλοί από τους απεικονιζόμενους έχουν πια φύγει από τη ζωή. «Είμαι σχεδόν ο μόνος εν ζωή καλλιτέχνης της γενιάς του ’60», αναγνωρίζει ο εικαστικός. «Υπήρξαμε κι εμείς ανάμεσα στις διεθνείς πρωτοπορίες», συνεχίζει, διευκρινίζοντας ότι κύριος στόχος του Μουσείου είναι «να αποκατασταθεί μια αλήθεια» σχετικά με την αξία αυτής της εικαστικής γενιάς, η οποία «δεν έχει γίνει ακόμα κατανοητή».
Δίπλα στην είσοδο του λιτού, αλλά κομψού οικοδομήματος, που επεκτάθηκε και διαμορφώθηκε σε σχέδια του αρχιτέκτονα Μάνου Περράκη, δεσπόζει ο Αγιος Γεώργιος, απαθανατισμένος τη στιγμή που καμακώνει έναν αστραφτερό μεταλλικό δράκο. Το Μουσείο διαθέτει ήδη μια μόνιμη συλλογή 45 έργων -δωρεά του Κώστα Τσόκλη στον τόπο που πλέον θεωρεί δεύτερη πατρίδα του- και είναι αποτέλεσμα μιας πρωτοβουλίας του δημάρχου Τήνου, Παναγιώτη Κροντηρά, ο οποίος φιλοδοξεί να μετατρέψει όλα τα άδεια σχολεία του νησιού σε χώρους πολιτισμού και δημιουργίας. «Τα σχολεία κλείνουν, και δεν αντέχουμε να τα βλέπουμε κλειστά», υπογραμμίζει.
Στο άμεσο μέλλον αναμένεται να ολοκληρωθούν τα Μουσεία Τηνιακής Φωτογραφίας και Γελοιογραφίας στα σχολεία Αγάπης και Φαλατάδου, τα οποία έρχονται να προστεθούν στο σύνολο 15 περίπου μικρών και μεσαίου μεγέθους Μουσείων του νησιού - ανάμεσά τους, τα Μουσεία Γιαννούλη Χαλεπά, Τηνίων Καλλιτεχνών, Μαρμαροτεχνίας και Αγγειοπλαστικής, καθώς και το Αρχαιολογικό Μουσείο Τήνου.
Κατά μία έννοια, τα ολοένα αυξανόμενα πολιτιστικά ιδρύματα αναβαθμίζουν την ποιότητα ζωής όσων μένουν μόνιμα στο νησί και συμβάλλουν στην πληρέστερη εκπαίδευση των λιγοστών εναπομείναντων μαθητών. Το Μουσείο Τσόκλη, για παράδειγμα, διοργανώνει πλήθος εκπαιδευτικών εργαστηρίων και άλλων παράλληλων δράσεων, ενώ άνοιξε ήδη τις πύλες του σε 60 εκπαιδευτικούς της Τήνου με στόχο να τους μυήσει στα μυστικά της σωστής καλλιτεχνικής διαπαιδαγώγησης. Οταν, όμως, τα παιδιά του νησιού επιστρέψουν ξανά στα θρανία, το ίδρυμα θα ετοιμάζεται να κλείσει και θα παραμείνει κλειστό για ολόκληρη τη σχολική χρονιά.
Στο άμεσο μέλλον αναμένεται να ολοκληρωθούν τα Μουσεία Τηνιακής Φωτογραφίας και Γελοιογραφίας στα σχολεία Αγάπης και Φαλατάδου, τα οποία έρχονται να προστεθούν στο σύνολο 15 περίπου μικρών και μεσαίου μεγέθους Μουσείων του νησιού - ανάμεσά τους, τα Μουσεία Γιαννούλη Χαλεπά, Τηνίων Καλλιτεχνών, Μαρμαροτεχνίας και Αγγειοπλαστικής, καθώς και το Αρχαιολογικό Μουσείο Τήνου.
Κατά μία έννοια, τα ολοένα αυξανόμενα πολιτιστικά ιδρύματα αναβαθμίζουν την ποιότητα ζωής όσων μένουν μόνιμα στο νησί και συμβάλλουν στην πληρέστερη εκπαίδευση των λιγοστών εναπομείναντων μαθητών. Το Μουσείο Τσόκλη, για παράδειγμα, διοργανώνει πλήθος εκπαιδευτικών εργαστηρίων και άλλων παράλληλων δράσεων, ενώ άνοιξε ήδη τις πύλες του σε 60 εκπαιδευτικούς της Τήνου με στόχο να τους μυήσει στα μυστικά της σωστής καλλιτεχνικής διαπαιδαγώγησης. Οταν, όμως, τα παιδιά του νησιού επιστρέψουν ξανά στα θρανία, το ίδρυμα θα ετοιμάζεται να κλείσει και θα παραμείνει κλειστό για ολόκληρη τη σχολική χρονιά.
Η λειτουργία δώδεκα μήνες τον χρόνο δεν είναι βιώσιμη επιλογή για τα περισσότερα δημοτικά ή δημόσια τοπικά μουσεία, δεδομένου ότι απευθύνονται κυρίως στους παραθεριστές και άρα έχουν έσοδα μόνο το καλοκαίρι. Χαρακτηριστικά, οι πόροι για τη συντήρηση του Μουσείου Τσόκλη θα προέρχονται από το ομώνυμο δημοτικό ίδρυμα και από την ίδια την οικογένεια Τσόκλη, η οποία επωμίστηκε και μέρους του κόστους ανέγερσης του κτιρίου. «Το συνολικό κόστος έχει μέχρι στιγμής ξεπεράσει τα 750.000 ευρώ. Από αυτά, τα 350.000 προήλθαν από το πρόγραμμα Θησέας», αναφέρει ο δήμαρχος.
Αν όμως τα τοπικά μουσεία ανοίγουν μόνο τρεις μήνες τον χρόνο, τότε ο πραγματικός λόγος της ύπαρξής τους δεν είναι η παροχή ποιοτικών διεξόδων αναψυχής στους κατοίκους της περιφέρειας, αλλά η προσέλκυση επισκεπτών από το εξωτερικό και τις ελληνικές μεγαλουπόλεις. Μέχρι στιγμής, κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να έχει αποτέλεσμα στη χώρα μας, όπου από τη δεκαετία του 1970 παρατηρείται μια ραγδαία αύξηση στον αριθμό των τοπικών μουσείων.
«Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους τουριστικούς προορισμούς, αξίζει να σημειωθεί ότι η εικόνα της προς τις αγορές τουρισμού είναι αποπροσανατολισμένη από το πολιτιστικό της περιεχόμενο και εστιασμένη στο φυσικό της πλούτο, τις παραλίες και τα νησιά της», αναφέρεται στο πόρισμα της έρευνας, που πραγματοποίησε επιστημονική ομάδα από το ΤΕΙ Αθήνας και το Πανεπιστήμιο Αθηνών σε 51 περιφερειακά μουσεία της χώρας το 2006.
«Παρά λοιπόν την αυξητική κίνηση του τουρισμού στη χώρα μας την τελευταία δεκαετία, η κίνηση σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους δεν παρουσιάζει τις ίδιες τάσεις, γεγονός που αποδεικνύεται τόσο από τις εισπράξεις των μουσείων όσο και τον αριθμό επισκεπτών σε αυτά τα τελευταία έτη».
Όλα αυτά βέβαια δεν επηρεάζουν την εμπειρία του επισκέπτη στο Μουσείο Τσόκλη ούτε μειώνουν την αξία των έργων, που φέρουν την υπογραφή ενός από τους σημαντικότερους εν ζωή Ελληνες καλλιτέχνες. Μόνο έπαινοι αρμόζουν σε μια δημοτική αρχή που επιλέγει να μετατρέψει τα άδεια σχολεία σε κέντρα πολιτισμού, και όχι σε τουριστικές μονάδες. Ωστόσο, αυτό που πραγματικά θα ισοδυναμεί με πνοή φρέσκου αέρα για το νησί θα είναι να ακουστούν ξανά φωνές παιδιών στις έρημες σχολικές αίθουσες.
Κείμενο: Χριστίνα Σανούδου
Labels:
ΚΑΜΠΟΣ ΤΗΝΟΥ,
κείμενα,
ΚΟΙΝΩΝΙΑ,
ΜΟΥΣΕΙΑ,
ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΩΣΤΑ ΤΣΟΚΛΗ,
ΣΧΟΛΕΙΑ,
ΤΗΝΟΣ,
ΤΣΟΚΛΗΣ
Saturday, 14 May 2011
Βηρυτός: Μια πόλη γεμάτη αντιθέσεις

Μια πόλη γεμάτη ένταση και αντιθέσεις, η πρωτεύουσα του Λιβάνου είναι ίσως ένα από τα ελάχιστα μέρη στον κόσμο όπου συνυπάρχουν αρμονικά η ελευθεριότητα με το συντηρητισμό, η Ανατολή με τη Δύση, η φτώχεια με τον πλούτο, το γκλαμουρ με την παρακμή. Στους πολύβουους δρόμους του κέντρου της- γνωστού και ως Downtown- μαντηλοφορεμένες κοπέλες κουβεντιάζουν ανέμελα με συνομήλικες τους σε αέρινα, μίνι φορέματα. Το σούρουπο, οι καμπάνες του καθεδρικού του Αγίου Γεωργίου ηχούν σχεδόν ταυτόχρονα με το κάλεσμα του μουεζινη από το γειτονικό τζαμί Mohammed Al-Amin. Το καλοκαίρι, οι φτωχότεροι κάτοικοι της πόλης μπαίνουν με τα ρούχα στα- μολυσμένα- νερά της θάλασσας, ενώ λίγα μέτρα πιο πέρα μαυρισμένες γυναίκες με μπικίνι λιάζονται στα πανάκριβα beach club.

Τα εμπορικά κέντρα της περιοχής διαθέτουν Ευρωπαϊκές και Αμερικάνικες μάρκες που δεν έχουν ακόμα εμφανιστεί στην Ελλάδα, ενώ το πλήρως ανακαινισμένο Saifi Village δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από το Κολωνάκι. Το Αμερικάνικο πανεπιστήμιο στη Hamra είναι μια όαση πρασίνου με επιβλητικά κτίρια και θέα θάλασσα. Στα γύρω μπαρ, οι φοιτητές πίνουν μπύρες συζητώντας στα αγγλικά ή φεύγουν οδηγώντας με ιλιγγιώδη ταχύτητα τα ακριβά αυτοκίνητα τους.
Ωστόσο, τα ερειπωμένα κτίρια, οι τρύπες από σφαίρες στους τοίχους των πολυκατοικιών, και η συνεχής παρουσία στρατιωτών- αλλά και τανκς- στους δρόμους, συνιστά μια διαρκή υπενθύμιση ότι η φαινομενικά ειρηνική συνύπαρξη είναι εντελώς προσωρινή. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που ακόμα και οι ευκατάστατοι οι κάτοικοι της πόλης ζουν σαν να μην υπάρχει αύριο, ξενυχτώντας κάθε βράδυ και αδιαφορώντας για το αν η πόλη τους δεν διαθέτει πεζοδρόμια, μέσα συγκοινωνίας ή ακόμα και παιδικές χαρές.
Κείμενο: Χριστίνα Σανούδου
Φωτογραφίες: Πάνος Μπαμπαλούκας
Tuesday, 3 May 2011
Φαράγγι Σαμαριάς

Γνωστότερο είδος είναι ο κρητικός αίγαγρος ο οποίος αριθμεί χιλιάδες άτομα στα Λευκά Όρη με πολλά από αυτά να βρίσκονται μέσα στο φαράγγι. Ζει σε απότομες πλαγιές ενώ συχνά εμφανίζεται στο χωριό Σαμαριά το οποίο βρίσκεται περίπου στη μέση του φαραγγιού. Οι κλίσεις που μπορεί να ανέβει ένας αίγαγρος αλλά και η ταχύτητα κίνησης του στα βράχια εντυπωσιάζει.
Άλλο ένα σπάνιο είδος θηλαστικού είναι ο αγριόγατος. Μέχρι το 1996 θεωρούταν εξαφανισμένο είδος, ωστόσο επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο της Perugia κατάφεραν να πιάσουν ένα ζωντανό και να το μελετήσουν. Από τα πιο χαρακτηριστικά πτηνά της περιοχής είναι ο γυπαετός. Με άνοιγμα φτερών περίπου 2,80 μ. κάνει αισθητή την παρουσία του στον κρητικό ουρανό. Το συγκεκριμένο πτηνό συναντάτε στα περισσότερα φαράγγια του νησιού. Ο γυπαετός τρέφεται με κόκαλα τα οποία ρίχνει από μεγάλο ύψος ώστε να σπάσουν μέχρι να μπορεί να τα καταπιεί.
Για να δει κανείς από κοντά τα συγκεκριμένα πτηνά πρέπει να διαθέτει κιάλια και να ανέβει αρκετά ψηλά και να έχει και κιάλια. Αυτό βέβαια γίνεται μόνο στην αρχή το φαραγγιού από την πλευρά του οροπεδίου του Ομαλού. Μέσα στο φαράγγι είναι αρκετά δύσκολο να παρατηρηθεί με γυμνό μάτι.

Πλούσια είναι και η χλωρίδα της περιοχής. Στην περιοχή των Λευκών Όρεων υπάρχουν 25 ενδημικά είδη που συναντιούνται μόνο στην συγκεκριμένη περιοχή, καθώς και 97 ενδημικά είδη που συναντιούνται στην Κρήτη. Χαρακτηριστικά είναι και τα κυπαρίσσια που καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος του δάσους με τα μεγαλύτερα σε μέγεθος να βρίσκονται στην τοποθεσία Άγιος Νικόλαος.
Τα Λευκά Όρη αποτελούνται από ασβεστολιθικά πετρώματα, μάρμαρα και δολομίτες. Για να δημιουργηθούν τα σπήλαια και τα φαράγγια χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια και πολλές γεωλογικές αναταράξεις μέχρι να βγουν στην επιφάνεια της γης τα βράχια που βλέπουμε σήμερα. Ακόμη και σήμερα τα βουνά της Κρήτης συνεχίζουν να ψηλώνουν με αργό ρυθμό.

Περίπου στη μέση της διαδρομής υπάρχει το χωριό Σαμαριά. Σήμερα είναι ερειπωμένο και λειτουργεί ως σταθμός ξεκούρασης ενώ οι τελευταίοι κάτοικοι το εγκατέλειψαν γύρω στο 1962 όταν ανακηρύχθηκε Εθνικός Δρυμός.
Το χωριό πήρε το όνομα του από την εκκλησία Οσία Μαρία που βρίσκεται στο νότιο τμήμα του, όπως και το φαράγγι. Οι κάτοικοι του χωριού ασχολούνταν με την κτηνοτροφία ενώ υπήρχαν και πολλοί ξυλοκόποι.
Κείμενο, φωτογραφίες:Πάνος Μπαμπαλούκας
Thursday, 17 March 2011
Subscribe to:
Posts (Atom)

























